“Η χειρότερη μητέρα του κόσμου”

wp-1589308464774.jpg

 

“Έχω μια κόρη 37 χρονών που μεγάλωσα σχεδόν μόνη μου μιας και με τον πατέρα της δεν είχαμε και την καλύτερη σχέση. Πιστεύω πως έχω υπάρξει καλή μητέρα και έκανα το καλύτερο που μπορούσα. Δηλαδή πολλά πράγματα που ήθελα να κάνω δεν τα έκανα γιατί έβαζα σε προτεραιότητα εκείνη και την ευημερία της. Είχαμε πάντα μια δύσκολη σχέση από την άποψη πως δεν ήταν ευχαριστημένη και γενικά ήταν πολύ αυστηρή μαζί μου. (σχολίαζε αρνητικά το οτιδήποτε έκανα, τσακωνόταν μαζί μου συνέχεια, τέτοια). Πριν λίγο καιρό κυριολεκτικά με κατηγόρησε για την προσωπική της ζωή. Τις επιλογές της σε συντρόφους ακόμα και για την ατολμία που δείχνει στη δουλειά της. Μου μίλαγε σα να ήμουν η χειρότερη μητέρα του κόσμου. Τσακωθήκαμε πάρα πολύ και πλέον δεν μιλάμε. έχω βαρεθεί να με κατηγορεί συνέχεια και δεν σκοπεύω να σηκώσω εγώ το τηλέφωνο να την ρωτήσω εάν είναι καλά. Βρίσκω πολύ άδικο αυτό που γίνεται και από την άλλη δεν θέλω και να μη μιλάω με το παιδί μου. Είναι σαν να μην μου αναγνωρίζει τίποτα. Να πω πως έχει ξεκινήσει ψυχοθεραπεία τους τελευταίους μήνες και πιστεύω πως και αυτό έπαιξε αρνητικό ρόλο. Μπορείς να μου πεις τι θα μπορούσα να κάνω;”

Μου περιγράφεις μια κατάσταση που μοιάζει οδυνηρή για σένα. Μια κατάσταση που απαιτεί υπομονή, αποδοχή, ωριμότητα, συμπόνια -για την κόρη σου σίγουρα- αλλά και για τον εαυτό σου. Η ανατροφή ενός παιδιού δεν συνοδεύεται με οδηγίες χρήσης και υπάρχουν πολλοί λόγοι που τα πράγματα στις ζωές των ανθρώπων δεν έρχονται όπως θα ήθελαν. Μπορεί κάποιος να είναι στοργικός και υποστηρικτικός γονιός και το παιδί να έχει πρόβλημα με ναρκωτικά. Μπορεί οι γονείς να είχαν υγιή σχέση μεταξύ τους και το παιδί αργότερα να επιλέξει έναν ακατάλληλο σύντροφο. Επίσης, μπορεί κάποιος γονιός να κάνει πολλά λάθη -όπως οι περισσότεροι- και το παιδί να έχει εξαιρετική εξέλιξη.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ του πώς μεγαλώνει ένα παιδί και του πώς αισθάνεται ως ενήλικας. Αυτά τα δυο σχετίζονται και μάλιστα πολύ. Όπως επίσης υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που παίζουν ρόλο -ιδιοσυγκρασία του παιδιού, ακόμα και το πόσο ταιριάζει ένας γονιός με το παιδί του- γι’αυτό και πολλές φορές βλέπουμε αδέρφια που μεγαλώνουν στο ίδιο σπίτι με τον ίδιο τρόπο να είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους.

Φαντάζομαι πως αγαπάς την κόρη σου και πως είχες και έχεις τις καλύτερες προθέσεις. Φαντάζομαι επίσης ότι σε δυσκολεύει να καταλάβεις τη δική της πλευρά και να ακούσεις τα παράπονά της γιατί, εσύ εξάλλου, προσπάθησες όσο το δυνατό περισσότερο. Φαντάζομαι ότι θα σκέφτεσαι, “ναι δεν ήμουν τέλεια, αλλά ποιος είναι;”. Το να κατηγορεί ένας άνθρωπος  τη μητέρα του ότι φταίει για όσα συμβαίνουν στην ενήλικη ζωή του, μπορεί να κάνει έναν γονιό να νιώσει απογοήτευση, θυμό, στεναχώρια και να μπει σε άμυνα. Κάτω από την απογοήτευση και τον θυμό μπορεί να υπάρχει ντροπή, ενοχή: “είναι πλέον αρκετά μεγάλη για να αναλάβει την ευθύνη της ζωής της, δεν είναι πλέον δική μου η ευθύνη αλλά, μήπως όντως έτσι έγιναν τα πράγματα; μήπως έχει δίκιο τελικά;

Ένας τρόπος για να διαχειριστείς αυτά τα συναισθήματα είναι να τα απορρίψεις εντελώς, να μην αναγνωρίσεις καθόλου τα παράπονά της, κάτι που πιθανότατα θα την εξαγριώσει και σίγουρα δεν θα καλυτερεύσει τη μεταξύ σας σχέση. Ένας άλλος τρόπος θα ήταν να δοκίμαζες να αφήσεις λίγο στην άκρη τις ενοχές και την αυτοκατηγορία και να είσαι λίγο πιο συμπονετική με τον εαυτό σου, όχι για να σε δικαιολογήσεις, αλλά για να σε δεις πιο προσεκτικά, με έναν τρόπο ευγενικό, έτσι ώστε να μπορείς να σκεφτείς με ανοιχτό μυαλό γιατί η κόρη σου είναι τόσο θυμωμένη μαζί σου, παρόλο που έκανες το καλύτερο που μπορούσες. Όταν αποδεχθείς και συμπονέσεις εσύ η ίδια τον εαυτό σου -γνωρίζοντας ότι παρά τις παραλείψεις, έκανες το καλύτερο που μπορούσες- τόσο περισσότερο θα συμπονέσεις και θα καταλάβεις και την κόρη σου -γνωρίζοντας ότι παρόλα αυτά, για εκείνη δεν ήταν αρκετά-. Συχνά, υπάρχει ένα κενό ανάμεσα στις προθέσεις του γονιού και στο βίωμα του παιδιού και αυτό που μπορεί να φαίνεται ασήμαντο σε σένα να ήταν αρκετά οδυνηρό για εκείνη.

Με τον τρόπο αυτό ίσως να υπάρξει ανακωχή αφού και οι δυο είστε σε σύγκρουση για να κερδίσετε τη μάχη ποια είναι υπεύθυνη για την τρέχουσα κατάσταση της κόρης σου. Εκείνη, μπήκε στη μάχη με το σύνθημα “δεν θα είμαι ευτυχισμένη, μαμά, μέχρι να αναγνωρίσεις το ρόλο που έπαιξες” εννοώντας “θα αλλάξω τον τρόπο μου εάν αλλάξεις και εσύ τον δικό σου”. Εσύ, μπήκες στη μάχη λέγοντας “Δεν θα αναγνωρίσω τον ρόλο μου στο τραύμα σου μέχρι να μεγαλώσεις και να πάρεις εσύ την ευθύνη της ζωής σου”, εννοώντας “δεν θα αλλάξω τον τρόπο μου εάν δεν αλλάξεις τον δικό σου”. Έτσι λοιπόν, εκείνη δεν θα αλλάξει μέχρι να της δώσεις αυτό που θέλει -να την ακούσεις και να την δικαιώσεις- και εσύ δεν θα αλλάξεις μέχρι να σου δώσει αυτό που θές -να ξεχάσει όσα έγιναν-.

Θα έλεγα να κάνεις το πρώτο βήμα. Ή μάλλον για να είμαι ακριβής, το δεύτερο γιατί το πρώτο το έχει κάνει εκείνη με το να μπει σε ψυχοθεραπεία. Αυτό δεν θα σημαίνει πως είσαι “λάθος” και εκείνη “σωστή”. Σημαίνει πως αυτή η μάχη δεν εξυπηρετεί καμία από τις δυο και πως είναι καιρός να τελειώσει. Σ’αυτό το βήμα δεν χρειάζεται να δικαιολογήσεις τις επιλογές σου ή να υπερασπίσεις τον εαυτό σου. Μπορείς να αρκεστείς για παράδειγμα σε κάτι όπως “λυπάμαι που οι επιλογές μου είχαν τόσο σοβαρό και μεγάλο αντίκτυπο σε σένα. Το τελευταίο πράγμα που ήθελα να κάνω ήταν να σε πληγώσω και να νιώθεις έτσι όπως νιώθεις τώρα.” Προσπάθησε εάν μπορείς να ακούσεις τι έχει να πει χωρίς να διακόψεις και χωρίς να εξηγήσεις ακόμα και αν διαφωνείς ή αν θυμάσαι διαφορετικά τα πράγματα. Μπορεί να είναι οδυνηρό για μια μητέρα να ακούει πόσο έχει απογοητεύσει το παιδί της, αλλά είναι ακόμα πιο οδυνηρό για το παιδί όταν αρνούνται την εμπειρία του. Η κόρη σου κάποια στιγμή θα  βρει διαφορετικό στόχο για τα τρέχοντα προβλήματά της.

Θέλω να σου πω κάτι τελευταίο από τα “παρασκήνια”. Όχι τόσο ως ψυχοθεραπεύτρια αλλά ως θεραπευόμενη που στο παρελθόν κάθησα πολλά χρόνια στον καναπέ.  Στη θεραπεία μας προσπαθούμε πολύ να κλείσουμε τους ανοιχτούς μας λογαριασμούς και με τους γονείς μας και είναι μια δύσκολη και κάτι φορές επίπονη διαδικασία. Στην αρχή πειραματιζόμαστε σε ασφαλές μέρος, στο γραφείο του ψυχοθεραπευτή μας μέχρι να αποφασίσουμε να μιλήσουμε για όλα όσα μας είχαν στο παρελθόν πληγώσει. Όμως, επειδή είναι ένας καινούργιος τρόπος επικοινωνίας, πολλές φορές αυτή η προσέγγιση γίνεται με τρόπο επιθετικό, ακατέργαστο και άγαρμπο. Κάνε λίγη υπομονή.

 

Ζήτα και θα σου δοθεί

ζητα
Σε μια εποχή όπου το “κάντο μόνος σου” προωθείται όλο και περισσότερο -εάν πάτε σ’ένα βιβλιοπωλείο στο τμήμα με τα βιβλία αυτοβοήθειας θα βρείτε τα πάντα- ίσως φαίνεται περίεργο να προτείνονται αποτελεσματικοί τρόποι να ζητάμε και να παίρνουμε βοήθεια.

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να ζητήσουμε βοήθεια; Γιατί φοβόμαστε. Φοβόμαστε μήπως υπερβούμε τα όρια μιας φιλίας, μήπως φανούμε ανόητοι, ανίκανοι, μήπως αποκαλύψουμε τις αδυναμίες μας και κινδυνέψει η εικόνα μας.  Υπάρχει ο φόβος για το τι θα ζητήσει ο άλλος για αντάλλαγμα και αν θα μετατοπιστεί η ισορροπία εξουσίας της σχέσης.  Κυρίως όμως δεν ζητάμε γιατί φοβόμαστε πως θα ακούσουμε όχι. Λέμε όχι στον εαυτό μας πριν το κάνει κάποιος άλλος. Στερούμε όχι μόνο από εμάς αλλά και την ευκαιρία σ’εκείνους που θα ήθελαν να βοηθήσουν.

Έτσι, έχοντας όλες αυτές τις πεποιθήσεις για το τι θα σημαίνει εάν ζητήσω βοήθεια, οι περισσότεροι όχι μόνο δεν ξέρουν τον τρόπο να ζητήσουν αλλά όταν αποφασίσουν να το κάνουν, χρησιμοποιούν ενοχές, εξαναγκασμό ακόμα και εκβιασμό. Ζητούν τον οίκτο όταν απλά θέλουν βοήθεια.

Είναι σημαντικό να ξέρετε από ποιον ζητάτε και να είστε σαφείς και συγκεκριμένοι. Ζητήστε από κάποιον που μπορεί να βοηθήσει και μπορεί να σας δώσει αυτό που έχετε ανάγκη. Αυτό ισχύει σε όλους τους τομείς. Δεν γίνεται να περιμένω βοήθεια από κάποιον που ο ίδιος δεν είναι σε θέση να βοηθήσει τον εαυτό του και μάλιστα να θυμώνω ή να απογοητεύομαι εάν δεν το κάνει. Εάν δυσκολεύεστε να ζητάτε ξεκινήστε να το κάνετε με ανθρώπους που δεν υπάρχει περίπτωση να πουν όχι. Ζητήστε κάτι πολύ απλό και πειραματιστείτε με τον τρόπο που ζητάτε. Ήταν πολύ δύσκολο; τι ήταν αυτό που σας δυσκόλεψε περισσότερο; πώς νιώσατε όταν σας είπαν “ναι”; Κάντε μια λίστα με όλα τα  πράγματα -απ’το πιο σημαντικό μέχρι το πιο ασήμαντο- που για να τα κάνετε χρειάζεστε βοήθεια. Δίπλα στο καθένα γράψτε με ποιο τρόπο σταματάτε τον εαυτό σας απ’το να μη ζητήσει βοήθεια, τι χάνετε εάν δεν ζητήσετε και τι θα κερδίσετε εάν το κάνετε.

Να είστε συγκεκριμένοι. Είναι φοβερά βοηθητικό και πολλές φορές ανακουφιστικό για τον άλλον. Όσο πιο συγκεκριμένοι, τόσο καλύτερα.  Μη θεωρείτε δεδομένο πως θα ακούσετε όχι αλλά να θυμάστε πως κάποιοι θα πουν ναι και κάποιοι όχι.  Πάρτε το ρίσκο και ζητήστε αυτό που έχετε ανάγκη και θέλετε. Εάν πουν όχι, δεν θα είστε σε χειρότερη θέση από πριν και εάν πουν ναι, θα είστε σε καλύτερη. Καλό θα ήταν να αποδέχεστε το “όχι” ως απάντηση σ’αυτό που ζητάτε και όχι ως απόρριψη γι’αυτό που είστε. Εξάλλου, πιστεύω πως η απόρριψη είναι ένας μύθος απ’την άποψη πως είναι μια έννοια που ο καθένας τη νοηματοδοτεί ανάλογα με την ιστορία του και επιλέγει εάν θα έχει θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Γενικά, προσέξτε λίγο τα προσωπικά σας αφηγήματα -ειδικά εάν έχετε επιλέξει να τα κάνετε σημαία και να πορεύεστε σε όλη σας τη ζωή μ’αυτά- φροντίστε τουλάχιστον να είναι υποστηρικτικά.

Το να ζητάτε, δεν σας υποτιμά με κανέναν τρόπο. Σας επιτρέπει να προχωρήσετε, να κάνετε πράγματα με μεγαλύτερη ευκολία και να προετοιμαστείτε καλύτερα για τις επόμενες προκλήσεις.

 

Η “γοητεία” των μη διαθέσιμων ανθρώπων

 

Ένα βίντεο που μέσα σε πέντε λεπτά δίνει κάποιες απλές εξηγήσεις γιατί κάποιοι άνθρωποι έλκονται και μπαίνουν σε σχέσεις με μη διαθέσιμους ανθρώπους.

Θεωρητικά είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε το είδος ανθρώπου που θα αγαπήσουμε αλλά στην πραγματικότητα η επιλογή μας είναι πολύ λιγότερο ελεύθερη από ό,τι φανταζόμαστε. H ψυχολογική ιστορία του καθενός μας προδιαθέτει να επιλέγουμε ορισμένους τύπους ανθρώπων που σίγουρα μεταξύ αυτών θα υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές.

Σε μεγάλο βαθμό ψάχνουμε εκείνους που αναβιώνουν τα συναισθήματα αγάπης που γνωρίζαμε όταν ήμασταν μικροί. Όμως, η αγάπη που πήραμε τότε δεν φτιάχτηκε μόνο από γενναιοδωρία, ευαισθησία και άνευ όρων αποδοχή αλλά δεδομένου το ότι οι γονείς είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη, η αγάπη αυτή μπορεί να συνοδεύτηκε και με οδυνηρές πτυχές: την αίσθηση πως δεν είμαι αρκετά καλός, μια αγάπη για έναν γονέα νάρκισσο ή καταθλιπτικό ή εύθραυστο ή η αίσθηση πως ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι πλήρως ευάλωτος γύρω από έναν φροντιστή.

Έτσι, στην ενήλικη ζωή μας θα ψάχνουμε συντρόφους που κάτι στην συμπεριφορά τους θα μας είναι οικείο και θα το έχουμε ξαναζήσει. Και αυτό γιατί οι άνθρωποι πάμε στο γνώριμο γιατί εκεί ξέρουμε τον τρόπο να υπάρχουμε, τον τρόπο που θα συμπεριφερθούμε. Δύσκολα και μετά από σκέψη θα δώσουμε ευκαιρία σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν την επιθυμία μας για πολυπλοκότητες που έχουμε λανθασμένα συνδέσει με την αγάπη. Πολύ συχνά περιγράφουμε κάποιον ως “βαρετό” όταν στην πραγματικότητα εννοούμε: “Είναι απίθανο να με κάνει να υποφέρω με τον τρόπο που πρέπει να υποφέρω για να αισθανθώ ότι η αγάπη είναι πραγματική”.

Οι περισσότεροι θέλουμε και έχουμε ανάγκη από αγάπη και εγγύτητα. Ο φόβος, όμως, είναι εξίσου ισχυρή δύναμη και ανταγωνίζεται αυτή μας την ανάγκη. Παρόλο που οι ανάγκες μένουν ακάλυπτες όταν δεν ερχόμαστε κοντά, μπορεί να νιώθουμε μεγαλύτερη ασφάλεια όταν δεν το κάνουμε. Με τον τρόπο αυτό, δεν διακινδυνεύουμε την αβεβαιότητα που προκύπτει από τη στενή συναισθηματική σχέση με έναν άλλον άνθρωπο. Δεν διακινδυνεύουμε να πρέπει να δείξουμε αυτό που είμαστε, κάτι που περικλείει τη συναισθηματική ειλικρίνεια, αλλά και την πιθανή απόρριψη των συναισθημάτων μας. Δεν διακινδυνεύουμε την εγκατάλειψή μας από τους άλλους. Δεν βιώνουμε την αμηχανία που συνεπάγεται η αρχή μιας σχέσης που για πολλούς είναι πραγματικά αφόρητη.

Η στενή επαφή, η οικειότητα έχουν συχνά ως συνέπεια την αίσθηση της απώλειας του ελέγχου. Η οικειότητα θέτει σε δοκιμασία τους βαθύτερους φόβους μας για το ποιοι είμαστε και για το εάν είναι αποδεκτό να είμαστε ο εαυτός μας. Απαιτείται ειλικρίνεια, αυθορμητισμός, εμπιστοσύνη, αποδοχή του εαυτού μας και αποδοχή των άλλων.

Μητέρες εν δράσει

monster-in-law-ss1

“Έχω ένα θέμα με τη μητέρα μου που μπορεί να ακουστεί χαζό αλλά πραγματικά για μένα είναι πρόβλημα. Όλοι μας έχουμε περιοριστεί και μένουμε σπίτι κλπ  αλλά η μητέρα μου φαίνεται να μην καταλαβαίνει. Συνεχίζει την καθημερινότητά της σχεδόν κανονικά, δηλαδή πηγαίνει σχεδόν κάθε μέρα στο σπίτι κάποιας φίλης της όπου τρώνε, παίζουν χαρτιά σα να μη συμβαίνει τίποτα.  έχω δοκιμάσει να της εξηγήσω με όλους τους τρόπους: αυστηρότητα, φωνή, απειλή -δεν θα ξαναδείς ούτε εμένα ούτε το παιδί- με το πολύ γλυκό, με το φιλότιμο. Μου λέει πως υπερβάλω. Δεν έχει κάποιο πρόβλημα υγείας αλλά είναι σχεδόν 80 και εγώ είμαι πρόσφατα χωρισμένη και δεν έχω την ψυχολογική πολυτέλεια να φροντίζω και ένα δεύτερο “παιδί”. Κάτι φορές πιστεύω πως το κάνει για να της δίνω σημασία. κάτι άλλες πιστεύω πως είναι απλά παρτάκιας.  Εάν έχεις κάποια ιδέα, μου γράφεις”

Αν και είσαι το “παιδί”, οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί. Δεν ξέρω εάν το κάνει γιατί θέλει την προσοχή σου ή απλά είναι σε στάδιο άρνησης γιατί φοβάται να αποδεχθεί τη σοβαρότητα της κατάστασης και με ό,τι αυτό συνεπάγεται όπως π.χ. να πρέπει ξαφνικά να μένει μόνη της, χωρίς να βλέπει τις φίλες της.   Ίσως θα βοηθούσε να επικοινωνείς ως ενήλικας αντί ως γονιός με το να αρχίσεις να μιλάς στο πρώτο πρόσωπο. Τι αισθάνεσαι εσύ όταν τη βλέπεις να μην προσέχει τον εαυτό της. “Φοβάμαι μήπως αρρωστήσεις. Θα στεναχωρηθώ πολύ αν πάθεις κάτι. Ανησυχώ πάρα πολύ. Δεν ξέρω εάν θα καταφέρω να είμαι εκεί εάν πάθεις κάτι”.  Είναι ο μόνος τρόπος να ανταποκριθεί ως ενήλικας και ίσως να αναλάβει την ευθύνη και τις πιθανές συνέπειες των επιλογών της.  Είναι και ο μόνος τρόπος να σταματήσεις να απογοητεύεσαι με το να προσπαθείς να ελέγξεις τις αντιδράσεις της, που όπως είδες και είπες, είναι αδύνατον.

Οι σιωπηλές απώλειες

wp-1585565674699.jpg

H πιο συχνή λέξη που ακούμε για την πανδημία και σχετίζεται με την ψυχική υγεία είναι “άγχος”.  Ως ψυχοθεραπεύτρια παρατήρησα πως η λέξη “άγχος” μετατράπηκε σε “απώλεια”. Προφανές θα μου απαντήσετε, μιας και πολλοί άνθρωποι βιώνουν τεράστια απώλεια ζωής, αγαπημένων, υγείας, θέσεων εργασίας, εισοδήματος. Αυτό που είναι λιγότερο προφανές είναι οι μικρότερες απώλειες, οι σιωπηλές.  Μια απώλεια γίνεται σιωπηλή όταν αρχίζουμε και ιεραρχούμε τον πόνο, τη θλίψη. Όταν τις κατατάσσουμε σε σημαντικές και ασήμαντες. Τότε πολλοί άνθρωποι μένουν μόνοι για να θρηνήσουν. Είναι δύσκολο να μιλήσουμε γι’αυτές τις απώλειες γιατί φοβόμαστε πως οι άλλοι θα τις θεωρήσουν ασήμαντες ή θα θυμώσουν και θα σκεφτούν άσχημα για εμάς.

Εκτός από τις τραγικές απώλειες ζωής και υγείας και θέσεων εργασίας οι απώλειες που βιώνουμε όλοι οι άνθρωποι είναι η απομάκρυνση από οικογένεια και φίλους την περίοδο που τους χρειαζόμαστε πολύ. Η ακύρωση ενός ταξιδιού που είχαμε κανονίσει, η καθημερινή λαχτάρα για να δούμε κάποιον, η βόλτα στη θάλασσα, το σινεμά, να μη φοβόμαστε όταν μας πλησιάζουν άγνωστοι, η προβλεψιμότητα που θεωρούσαμε δεδομένη στην καθημερινή ζωή. Εκτός από την συλλογική ανησυχία υπάρχει και η συλλογική απώλεια. Χρειάζεται να της δώσουμε χώρο και να δούμε τους τρόπους που θα την αντιμετωπίσουμε.

Τα συναισθήματα δεν είναι γεγονότα

IMG_20200318_124510

Ευγενική υπενθύμιση:
Τα συναισθήματα δεν είναι γεγονότα. Επειδή μπορεί να νιώθουμε κάτι δεν σημαίνει πως αυτό είναι και η πραγματικότητα. π.χ. Είμαι ανίκανος-ανίκανη να αντιμετωπίσω όλο αυτό που συμβαίνει. Είναι πολύ μεγάλο για μένα.

Τα συναισθήματά μας αντικατοπτρίζουν τον εσωτερικό μας κόσμο και φυσικά, το ζητούμενο είναι να τα αναγνωρίζουμε, να τα κατανοούμε, να τα αποδεχόμαστε και να είμαστε σε επαφή με αυτά. Ωστόσο, πρέπει να  θυμόμαστε δυο πράγματα:

α) ότι τα συναισθήματα δεν είναι πάντα ισοδύναμα με τα πραγματικά γεγονότα αλλά τις περισσότερες φορές πυροδοτούνται από παλαιότερες εμπειρίες, γεγονότα, τραύματα, παρεξηγήσεις, ανασφάλειες.

β) Οι σκέψεις μας καθορίζουν τα συναισθήματά μας και εν τέλει τη δράση μας, τη συμπεριφορά μας. Ένα γεγονός δεν αλλάζει, αλλά ο τρόπος που το ερμηνεύω, το νόημα που του δίνω, οι σκέψεις που κάνω θα καθορίσουν το συναίσθημά μου και τη δράση μου-τη συμπεριφορά μου. Σε τρία πράγματα έχουμε έλεγχο και αυτό ισχύει για όλους τους ανθρώπους: στις σκέψεις μας, στις εικόνες που φτιάχνουμε στο μυαλό μας και στη συμπεριφορά μας.

 

Τα “ναι” και τα “όχι” του άγχους

IMG_20200317_123933.png

Ίσως να έχετε και οι ίδιοι διαπιστώσει πως η στήριξη σε κάποιον αρκετά αγχώδη άνθρωπο χρειάζεται ιδιαίτερο χειρισμό. Μπορεί να έχετε τις καλύτερες προθέσεις και να πιστεύετε πως αυτό που λέτε βοηθάει, ενώ στην πραγματικότητα προκαλεί μεγαλύτερη δυσαρέσκεια.

Στην αριστερή στήλη της φωτογραφίας είναι οι τέσσερις φράσεις που καλό είναι να αποφεύγουμε να λέμε αν θέλουμε να είμαστε υποστηρικτικοί και καθησυχαστικοί και στη δεξιά ένας εναλλακτικός τρόπος.

Έτσι λοιπόν, αποφεύγουμε τα εξής:

  • Ηρέμησε-μην αγχώνεσαι
  • Δεν χρειάζεται να ανησυχείς
  • Εγώ να δεις πόσα προβλήματα έχω ή η αλλαγή θέματος
  • Μην ενθαρρύνετε μια συμπεριφορά που μπορεί να ανακουφίζει προσωρινά το άγχος

Αντί να πείτε “μην αγχώνεσαι” προσπαθήστε να κάνετε ανοιχτές ερωτήσεις γιατί έτσι θα βοηθήσει τον άλλον να σταθεί και να σκεφτεί τις απαντήσεις του, να “περπατήσει” μέσα από τα γεγονότα και να έρθει σε επαφή με τις πηγές στήριξης που έχει. Μια ανοιχτή ερώτηση μπορεί να είναι “Τι είναι αυτό που σε άγχει περισσότερο από την όλη κατάσταση;” Θα δείτε πως με ανοιχτές ερωτήσεις το άγχος θα πέφτει γιατί όχι μόνο θα ενεργοποιείται η επίλυση προβλημάτων αλλά και ο άλλος θα καταλαβαίνει το ενδιαφέρον σας.

“Δεν χρειάζεται να ανησυχείς” “όλα θα πάνε καλά” “κάποια στιγμή θα τα θυμόμαστε όλα αυτά και θα γελάμε” Καμία από αυτές τις φράσεις δεν είναι βοηθητικές. Οι άνθρωποι που αγχώνονται βιώνουν το πρόβλημά τους ως κάτι πολύ σοβαρό και μεγάλο και μάλιστα αισθάνονται άσχημα γι’αυτό. Επίσης, πώς ξέρετε ότι όλα θα πάνε καλά;

Σκεφτείτε λίγο να ήσασταν εσείς αγχωμένοι και ενώ είχατε μεγάλη ανάγκη να μιλήσετε, σας απαντούσε κάποιος: “εγώ να δεις πόσα προβλήματα έχω” ή ακόμα χειρότερα άλλαζε θέμα. Φαντάζομαι θα θυμώνατε, θα απογοητευόσασταν και θα κλεινόσασταν στον εαυτό σας ακόμα περισσότερο. Όταν κάποιος κοντινός σας περνάει δύσκολα αφιερώστε λίγο χρόνο να τον ακούσετε χωρίς να τον διακόψετε και χωρίς να τον κρίνετε. Επιβεβαιώστε τον. Πείτε του πως έχει δίκιο να ανησυχεί και πως είναι φυσιολογικό. Πως η κατάσταση δεν θα μείνει ίδια για πάντα και θυμήστε του τις πηγές στήριξης  που έχει.

Πολλές φορές βρίσκουμε τρόπους για να ανακουφίζουμε το άγχος μας με συμπεριφορές που στην πραγματικότητα και προσωρινές είναι και μακροπρόθεσμα δεν είναι τόσο βοηθητικές, όπως π.χ. η υπερβολική χρήση αλκοόλ ή άλλες ουσίες ή οι άσκοπες βόλτες.

Είναι εφικτό και να είμαστε συναισθηματικά υποστηρικτικοί και να ενθαρρύνουμε υγιείς συμπεριφορές. Το “μυστικό” είναι να ανταποκρινόμαστε με ευγένεια, ενσυναίσθηση, ανοιχτές ερωτήσεις και κρατώντας τον άλλον υπεύθυνο με τρόπο μαλακό και σταθερό.

 

 

 

 

Η μέρα της Μαρμότας

wp-1584291020619.png

Η Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία, εν μέσω της πανδημίας, ανέβασε στο σάιτ της οδηγό με οδηγίες για τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Το άρθρο έχει και κάποιες γενικές συμβουλές για τη διαχειρίση του άγχους και κάποιους τρόπους αντιμετώπισης για τον αναγκαστικό αλλά απαραίτητο και σωτήριο περιορισμό μας.

Είμαι σίγουρη πως τα περισσότερα τα έχετε ήδη διαβάσει και ακούσει πολλές φορές, όμως, βρήκα πολύ χρήσιμο αυτό που γράφει για το πόσο σημαντική είναι για την ψυχική μας υγεία η δημιουργία και η τήρηση μιας καθημερινής ρουτίνας.  Γιατί είναι τόσο σημαντική; Γιατί μπορεί να βοηθήσει τόσο εμάς που είμαστε ενήλικες όσο και τα παιδιά να διατηρήσουμε την αίσθηση της τάξης και του σκοπού στη ζωή μας παρά την μέχρι τώρα άγνωστη σε όλους μας απομόνωση και καραντίνα.

Θα μας βοηθήσει πολύ να προσπαθήσουμε να συμπεριλάβουμε τακτικές καθημερινές δραστηριότητες, όπως εργασία -πολλοί ήδη το κάνουμε- άσκηση -κάποια γυμναστήρια ανεβάζουν καθημερινά μικρό πρόγραμμα που δεν χρειάζονται όργανα γυμναστικής-
ή εκμάθηση -αμέτρητα τα εξ αποστάσεως προγράμματα-.  Διατηρώντας τη διαμορφωμένη στις τωρινές συνθήκες ρουτίνα, θα έχουμε τη δυνατότητα να προβλέπουμε όσο είναι δυνατόν και να σχεδιάσουμε την ημέρα μας, γεγονός που θα μας κάνει να αισθανθούμε ασφαλείς και σταθεροί. Επίσης μ’αυτόν τον τρόπο θα είναι πιο εύκολο να αντιμετωπίσουμε προβλήματα μνήμης και γνωστικής λειτουργίας.

Για όσους έχετε παιδιά είναι σημαντικό να βλέπουν εσάς να έχετε το διαμορφωμένο πρόγραμμά σας γιατί θα δώσει και σε εκείνα μια αίσθηση ασφάλειας και ελέγχου στο περιβάλλον τους. Εξάλλου ορισμένες από τις πιο σημαντικές δεξιότητες -αυτοέλεγχος, κοινωνικές δεξιότητες- τα παιδιά τις μαθαίνουν και μέσω της ρουτίνας.

Να θυμάστε πως είναι φυσιολογικό κάποιες στιγμές να αισθανόμαστε φόβο ή άγχος για την υγεία τη δική μας και των αγαπημένων μας, το εάν έχουμε αρκετές προμήθειες, τι θα γίνει με την εργασία μας, εάν θα μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στις υποχρεώσεις μας. Μη φοβάστε να ζητήσετε βοήθεια. Να θυμάστε πως δεν θα διαρκέσει για πάντα.

Η παρατεταμένη περίοδος στο σπίτι μπορεί επίσης να προκαλέσει πλήξη και μοναξιά -ειδικά για εκείνους που μένουν μόνοι-. Είναι φυσιολογικό. Δεν θα είναι όμως για πάντα.  Η αίσθηση της απώλειας της προσωπικής ελευθερίας που συνδέεται με την απομόνωση μπορεί να σας κάνει να αισθανθείτε θυμό, απογοήτευση και εκνευρισμό. Όπως επίσης θυμό προς εκείνους που φέρονται ανεύθυνα. Είναι απόλυτα φυσιολογικό αλλά είναι προσωρινό. 

Εάν είστε άρρωστοι ή έχετε εκτεθεί σε κάποιον που έχει COVID-19, μπορεί να αισθάνεστε ακόμα και στιγματισμένοι και να στεναχωριέστε. Ζητείστε βοήθεια. Ας θυμόμαστε όλοι, πως δεν είμαστε μόνοι, ακόμα και αν μένουμε σπίτι.

 

 

 

 

Ειρήνη με το φαγητό

IMG_20200309_134423

«Θα πεινάσεις για να τους ταΐσουμε καλύτερα;» έγραφε το φυλλάδιο που στο εξώφυλλό του είχε τη φωτογραφία ενός παιδιού. Στη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, το Πανεπιστήμιο της Μινεσότα, ζητούσε εθελοντές για ένα ιατρικό πείραμα ώστε οι ερευνητές να καταλήξουν ποιος θα ήταν ο καλύτερος τρόπος για να φροντίσουν τα θύματα του λιμού στην Ευρώπη.

Στο πείραμα που ξεκίνησε το 1944, οι εθελοντές για τους πρώτους τρεις μήνες κατανάλωναν φαγητό ανάλογα με το βάρος τους και αργότερα όχι μόνο περιόρισαν πάρα πολύ τις θερμίδες τους αλλά έπρεπε να τρέχουν και 40 χλμ την εβδομάδα.

Πέρα απ’τη μεγάλη απώλεια βάρους, οι επιπτώσεις ήταν και ψυχολογικές. Το φαγητό έγινε γρήγορα εμμονή. Οι συμμετέχοντες άρχισαν να ανταλλάσουν συνταγές και η σεξουαλική επιθυμία σταμάτησε. Ένας εθελοντής έκλεψε ένα γλυκό και κάποιοι άλλοι αποχώρησαν πριν το τέλος. Το πείραμα αναφέρεται ως πηγή μεταξύ των ακαδημαϊκών που ερευνούν διατροφικά θέματα.

Η βιολογική πείνα διαφοροποιείται σε πολλά σημεία από τη συναισθηματική. Η πρώτη συνήθως έρχεται σταδιακά, μέσω μηνυμάτων που στέλνει ο οργανισμός ότι χρειάζεται τροφή και η ανάγκη ικανοποίησης παρουσιάζει μεγαλύτερη δυνατότητα αναμονής. Αντίθετα, η συναισθηματική πείνα εμφανίζεται ξαφνικά ως ακατάσχετη επιθυμία λήψης τροφής, με άμεση και επιτακτική ανάγκη ικανοποίησης. Κυριαρχεί ο παρορμητισμός και η κατάποση του φαγητού γίνεται μηχανικά, χωρίς συνειδητοποίηση του ‘τι’ και του ‘πόσο’ τρώμε με αποτέλεσμα το αίσθημα του κορεσμού να μη γίνεται αντιληπτό.

Η σκέψη περιστρέφεται γύρω από το φαγητό ενώ σχεδόν πάντα οι τροφές που προτιμούνται είναι γλυκά και με πολλά λιπαρά. Ξεκινάει σαν αίσθηση από το λαιμό και το στόμα σε αντίθεση με τη βιολογική η οποία ξεκινάει από το στομάχι το οποίο αισθανόμαστε άδειο. Όταν τρώμε ψυχαναγκαστικά, οδηγούμαστε σε αισθήματα ενοχής, ντροπής και τύψεων πράγμα που δεν συμβαίνει όταν ικανοποιούμε τη βιολογική μας πείνα.

Λένε πως η καλύτερη δίαιτα είναι να μην κάνεις δίαιτα και πλέον η τάση του Intuitive Eating -όπως ονομάζεται- αποκτά όλο και περισσότερους υποστηρικτές. Το ζητούμενο είναι η ανοικοδόμηση μιας υγιούς εικόνας σώματος και η ειρήνη με το φαγητό. Η συνεχής ενασχόληση με τους κανόνες, ο θυμός προς τον εαυτό για την έλλειψη θέλησης, η απογοήτευση για την αποτυχία άλλης μιας δίαιτας, είναι εκείνα που δεν μας αφήνουν να έρθουμε σε επαφή με το σώμα μας. Το να είσαι σε επαφή με το σώμα σου, τις αισθήσεις σου είναι η αρχή και το πιο σημαντικό. Οι απαγορεύσεις τροφίμων και ο διαχωρισμός τους σε “καλές” και “κακές” τροφές θεωρώ πως είναι μη ρεαλιστικό σενάριο.

Το γνωρίζουν καλά όσοι έχουν προσπαθήσει να μπουν σε πρόγραμμα αποχής από τροφές με τις οποίες κάνουν υπερφαγία.  Το αποτέλεσμα είναι να περιμένουν πότε θα έρθει η ώρα να τελειώσει το πρόγραμμα για να φάνε αυτά που τόσο έχουν στερηθεί.  Δοκιμάστε να τρώτε τα πάντα σε μικρές ποσότητες και κυρίως, αρχίστε να ακούτε το σώμα σας. Από τη στιγμή που θα σας επιτρέψετε τότε θα “ησυχάσετε”. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πως έχουμε τη δυνατότητα, την επιλογή να κάνουμε κάτι και ας μην το κάνουμε ποτέ. Όταν σας επιτρέπετε, θα αρχίσετε να στέκεστε και σ’ άλλα πράγματα. Στην προετοιμασία και τον πειραματισμό του φαγητού, στο να τρώτε με ηρεμία και όχι με βιασύνη. Τότε θα αρχίσει να γίνεται μορφή και η απόλαυση. Κάποιος ίσως ρωτήσει τι γίνεται με τις μικρές ποσότητες ή άλλοι δυσκολεύονται  να καταλάβουν πότε πραγματικά χόρτασαν. Καταλήγουμε πάντα στο ίδιο. Επαφή με τις αισθήσεις και το σώμα. Χρειάζεται να σας εμπιστευτείτε.

Αρχίστε να σας παρατηρείτε, χωρίς να κρίνετε.  Πότε τρώτε ψυχαναγκαστικά; για ευκολία θα δώσω ένα παράδειγμα αρκετά κοινό για πολύ κόσμο που ταλαιπωρείται με διατροφικά θέματα.  Πολλοί τρώνε ψυχαναγκαστικά όταν θυμώνουν. Θυμώνουν ή με κάτι που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή ή μπορεί να συμβεί κάτι που να θυμίζει έναν παλιό θυμό ο οποίος δεν έχει εκφραστεί και είναι απλά ένας ανοιχτός λογαριασμός. Και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Η δράση είναι να φάνε. Στην πραγματικότητα, τρώνε το συναίσθημα του θυμού. Πότε “τρώμε” – “καταπίνουμε” τα συναισθήματά μας; όταν φοβόμαστε, όταν νιώθουμε απειλή. Εάν εγώ πιστεύω πως με το να εκφράσω τον θυμό μου θα καταστραφεί η σχέση με τον άλλον, ή ο άλλος μπορεί να θυμώσει, το να αναστρέψω, να καταπιώ τον θυμό μου είναι λιγότερο απειλητικό σενάριο. Έτσι, με το να με παρατηρώ, θα αποκτήσω επίγνωση. Γιατί είναι η επίγνωση το ζητούμενο; γιατί μόνο τότε θα μπορέσω να αλλάξω. Όταν μάθω πως έχω και άλλες επιλογές να εκφράσω τα συναισθήματά μου, τότε θα αλλάξει και η συμπεριφορά μου.

Η αλλαγή δεν έρχεται μέσα από τον έλεγχο ή την αποφυγή. Υπάρχει ένα υπαρξιακό παράδοξο όπου η αλλαγή συμβαίνει, όταν κάποιος γίνεται αυτό που είναι και όχι όταν προσπαθεί να γίνει αυτό που δεν είναι.

Συνεξάρτηση: Όταν η Ηχώ ερωτεύτηκε τον Νάρκισσο

συνεξάρτηση

Η συνεξάρτηση πρόκειται για έναν όρο ο οποίος προέρχεται από τη φιλοσοφία των ανωνύμων ομάδων αυτοβοήθειας που βασίζονται στο πρόγραμμα των 12 βημάτων. Αναφέρεται σε μια συμπεριφορά “διευκόλυνσης” ενός εξαρτημένου σημαντικού άλλου, σε βάρος του εαυτού.  Με τον όρο “διευκόλυνση” εννοούμε μια τάση για υπερπροστασία και έλεγχο, μια συμπεριφορά που διαιωνίζει την εξάρτηση του άλλου, εμποδίζοντάς τον ν’αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του. Η συμπεριφορά “διευκόλυνσης” των συζύγων, ή άλλων μελών της οικογένειας των αλκοολικών αρχικά ονομάστηκε “συν-αλκοολισμός” και στη συνέχεια, καθώς τα προγράμματα των 12 βημάτων επεκτάθηκαν και σε εξαρτήσεις από άλλες ουσίες και άλλες μορφές εξάρτησης (όπως πχ βουλιμία, τζόγος) υιοθετήθηκε ο όρος “συνεξάρτηση”.

Όμως, η συνεξάρτηση δεν προϋποθέτει πάντα την παρουσία ενός αλκοολικού ή γενικότερα εξαρτημένου από ουσίες σημαντικού άλλου, αλλά μπορεί να υπάρχει ανεξάρτητα από τη χημική εξάρτηση. Ο όρος χρησιμοποιείται και για να καθορίσει τις σχέσεις όπου ο ένας σύντροφος εμφανίζει μια χειριστική συμπεριφορά και ο άλλος, φοβούμενος την εγκατάλειψη, συμμορφώνεται. Αρκετοί άνθρωποι δυσκολεύονται πολύ να φύγουν από μια άσχημη σχέση και περιγράφουν καταστάσεις όπου όταν έρχονται κοντά στο σύντροφό τους, εκείνος αρχίζει και απομακρύνεται, και όταν εκείνοι απομακρύνονται με οδύνη, τότε ο σύντροφός τους επιστρέφει.

Ένας άνθρωπος με θέματα συνεξάρτησης, παρουσιάζει συγκεκριμένα μοτίβα συμπεριφοράς όπως στο να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ανιδιοτελή και αφιερωμένο στην ευημερία των άλλων, να ζητάει συνεχώς την αναγνώριση, να είναι εξαιρετικά πιστός και να παραμένει σε επιζήμιες καταστάσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, να εκφράζει τον θυμό και την επιθετικότητα με παθητικούς τρόπους, να χρησιμοποιεί το σεξ ενώ θέλει αγάπη, να προσελκύει τους άλλους προς το μέρος του, αλλά όταν έρθουν  κοντά, να τους ωθεί μακριά. 

Οι Hughes-Hammer, Martsolf, and Zeller’s (1998a) διαμόρφωσαν ένα μοντέλο για τη συνεξάρτηση.  Το μοντέλο αυτό αποτελείται από μια βασική έννοια: την εστίαση στους άλλους και την παραμέληση του εαυτού, και τέσσερις άλλες υπο-έννοιες: χαμηλή αυτοαξία, απόκρυψη εαυτού, προβλήματα υγείας, θέματα της οικογένειας καταγωγής.

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; ο Cermak (1991) θεωρεί τα χαρακτηριστικά της συνεξάρτησης συμπληρωματικά του ναρκισσισμού και αναφέρεται στο μύθο του Νάρκισσου και της Ηχούς. Η Ηχώ ελκύεται από το Νάρκισσο γιατί, σύμφωνα με τον Freud, ο ναρκισσισμός ενός ατόμου ασκεί μεγάλη έλξη σ’όσους έχουν απαρνηθεί μέρος του δικού τους ναρκισσισμού.

Κατά την περίοδο που τα παιδιά διαφοροποιούνται από τους γονείς τους, αναπτύσσουν δυο συμπληρωματικές ανάγκες. Η πρώτη, μια φυσιολογική ναρκισσιστική ανάγκη όπου αναζητούν την εκτίμηση των άλλων στις ικανότητές τους, και η δεύτερη μια ‘ηχωϊστική’ ανάγκη, η οποία αφορά στην ανάγκη τους να σχηματίσουν μια εξιδανικευμένη εικόνα για τους γονείς τους, με την οποία να συγχωνευθούν.  Όταν η ανάπτυξη είναι φυσιολογική, οι ναρκισσιστικές ανάγκες οδηγούν στην αυτοπεποίθηση, ενώ οι ηχωϊστικές στην ενσυναίσθηση του ενήλικα (Cermak, 1991). Ένας ναρκισσιστής γονιός έχει την τάση να απορρίπτει τις φυσιολογικές ναρκισσιστικές ανάγκες ενός παιδιού, ενώ αντίθετα, ένας γονιός με θέματα συνεξάρτησης, πυροδοτεί τις ναρκισσιστικές ανάγκες. Και στις δυο περιπτώσεις, οι αντίστοιχες ανάγκες παραμένουν στην παιδική τους μορφή και γίνονται ναρκισσισμός και συνεξάρτηση.

Οι Νάρκισσοι είναι οι πιο δυνατοί μαγνήτες για έναν άνθρωπο που κάνει σχέσεις εξάρτησης. Πολλές έρευνες ισχυρίζονται πως η συνεξάρτηση σχετίζεται με την κατάθλιψη  (Hughes-Hammer, Martsolf & Zeller, 1998; Doheny, 2000) και μπορεί να οδηγήσει σε πιο σύνθετα προβλήματα (Sadock & Sadock, 2000).

Οι αναφορές στη θεραπευτική αντιμετώπιση της συνεξάρτησης ακολουθούν διάφορες προσεγγίσεις όπως ατομική ή ομαδική ψυχοθεραπεία, τα 12 βήματα των Ανώνυμων Συνεξαρτημένων ή μια πιο συνθετική θεραπευτική προσέγγιση.  Το τι βοηθάει τον καθένα είναι καθαρά προσωπική επιλογή.

Το σημαντικό είναι να ζητήσει κάποιος βοήθεια και κυρίως να καταλάβει πως η ανάρρωση από τη συνεξάρτηση δεν βρίσκεται στο άλλο άτομο, ανεξάρτητα από το πόσο μπορεί να πιστεύει το αντίθετο.  Βρίσκεται στον εαυτό του και στους τρόπους με τους οποίους έχει προσπαθήσει να επηρεάσει τους άλλους. Βρίσκεται στην εμμονή, στον έλεγχο, στο θυμό και τις ενοχές, στην εξάρτηση από ιδιόμορφα άτομα, στην προσέλκυση από το ακατανόητο και την ανοχή σ’αυτό, που καταλήγουν σε εγκατάλειψη του εαυτού μας, σε προβλήματα επικοινωνίας και οικειότητας.

Κάποιος θα πει πως είναι φυσικό να θέλουμε να προστατεύσουμε και να βοηθήσουμε τους ανθρώπους για τους οποίους ενδιαφερόμαστε.  Είναι φυσικό να επηρεαζόμαστε και να αντιδράμε στα προβλήματα των άλλων. Η λέξη ‘αντιδρώ’ έχει ιδιαίτερη σημασία από την άποψη πως η συνεξάρτηση έχει έντονα το στοιχείο της αντίδρασης αφού οι συνεξαρτώμενοι αντιδρούν συνέχεια είτε υπερβολικά, είτε υποτονικά αλλά σπανίως δρουν.

Δεν είναι αφύσικο στο να αντιδρά κάποιος, αλλά το να μάθει πως να μην αντιδρά και να δρα με πιο υγιείς τρόπους είναι ένας σίγουρος τρόπος για να προστατεύσει τον εαυτό του. Δεν σημαίνει πως γινόμαστε απόμακροι ή σταματάμε να ενδιαφερόμαστε. Σημαίνει πως αγαπάμε και δημιουργούμε δεσμούς, χωρίς όμως να τρελαινόμαστε. Μαθαίνουμε πως κάθε άτομο είναι υπεύθυνο για τον εαυτό του και υιοθετούμε μια στάση που λέει ότι πρέπει να κρατιόμαστε μακριά από τις ευθύνες των άλλων και να φροντίσουμε για τις δικές μας. Παραχωρούμε στους άλλους και στον εαυτό μας την ελευθερία να είμαστε υπεύθυνοι και να εξελισσόμαστε.

Δεν είναι υποχρεωτικό να παίρνουμε τα πάντα προσωπικά και κατάκαρδα. Το να πω σε κάποιον “Αν μ’αγαπούσες/αν ήμουν σημαντική για σένα, δεν θα μ’αφηνες να περιμένω/θα απαντούσες στο μήνυμά μου/θα μίλαγες ειλικρινά” έχει νόημα όσο και το να πω σε κάποιον που έχει πνευμονία “Αν μ’αγαπούσες δεν θα έβηχες”.

Συνήθως, τα πράγματα έχουν να κάνουν με εμάς πολύ λιγότερο απ’ό,τι νομίζουμε. Εάν κάποιος π.χ. συνηθίζει σε μια σχέση όταν έρθει κοντά με τον άλλον ξαφνικά να απομακρύνεται, με τον ίδιο τρόπο θα σχετιστεί και στην επόμενη σχέση.  Το δικό του θέμα πιθανόν να έχει να κάνει με το πως κόβει την επαφή ή θέματα οικειότητας. Εάν εγώ στο σήμερα, νιώθω υπερβολικό πόνο ή καθήλωση για μια τέτοια αλλόκοτη συμπεριφορά, αυτό είναι το δικό μου θέμα. Αυτό που θα βοηθήσει είναι να μείνω λίγο σε μένα και να σκεφτώ, τι μου θυμίζει αυτή η συμπεριφορά που με καθηλώνει; από πού την ξέρω; Πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά πυροδοτούν κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.

Μέσα στη θεραπεία αναγνωρίζεται το βασικό τραύμα ή τραύματα και μπορεί ο άνθρωπος να κατανοήσει το ρόλο που διαδραμάτισε τόσο αυτό όσο και οι άλλοι σε αυτό το τραύμα. Μ’αυτό τον τρόπο θα σταματήσω να προσπαθώ να κάνω κάποιον άλλον ν’αλλάξει, θα σταματήσω να προσπαθώ με τη συμπεριφορά μου να ελέγξω, θα μάθω να διαχωρίζω τον εαυτό μου από τα πράγματα, θα γίνω εγώ γονιός του εαυτού μου και κυρίως θα σταματήσω να ταλαιπωρούμαι.

Δηλαδή, εάν γίνουν όλα αυτά, η σχέση θα καλυτερεύσει;

Όταν κάποιος παύει να καθρεφτίζει το ναρκισσιστή η σχέση τελειώνει γιατί είναι πολύ δύσκολο για εκείνον να σχετιστεί μ’ένα αυτόνομο άτομο. Το βασικό εμπόδιο της ανάπτυξης είναι ο φόβος για τον πόνο, η απροθυμία να μπούμε σε μια διαδικασία επίπονη, όπως η ψυχοθεραπεία. Επίπονη και συναρπαστική.