Ειρήνη με το φαγητό

IMG_20200309_134423

«Θα πεινάσεις για να τους ταΐσουμε καλύτερα;» έγραφε το φυλλάδιο που στο εξώφυλλό του είχε τη φωτογραφία ενός παιδιού. Στη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, το Πανεπιστήμιο της Μινεσότα, ζητούσε εθελοντές για ένα ιατρικό πείραμα ώστε οι ερευνητές να καταλήξουν ποιος θα ήταν ο καλύτερος τρόπος για να φροντίσουν τα θύματα του λιμού στην Ευρώπη.

Στο πείραμα που ξεκίνησε το 1944, οι εθελοντές για τους πρώτους τρεις μήνες κατανάλωναν φαγητό ανάλογα με το βάρος τους και αργότερα όχι μόνο περιόρισαν πάρα πολύ τις θερμίδες τους αλλά έπρεπε να τρέχουν και 40 χλμ την εβδομάδα.

Πέρα απ’τη μεγάλη απώλεια βάρους, οι επιπτώσεις ήταν και ψυχολογικές. Το φαγητό έγινε γρήγορα εμμονή. Οι συμμετέχοντες άρχισαν να ανταλλάσουν συνταγές και η σεξουαλική επιθυμία σταμάτησε. Ένας εθελοντής έκλεψε ένα γλυκό και κάποιοι άλλοι αποχώρησαν πριν το τέλος. Το πείραμα αναφέρεται ως πηγή μεταξύ των ακαδημαϊκών που ερευνούν διατροφικά θέματα.

Η βιολογική πείνα διαφοροποιείται σε πολλά σημεία από τη συναισθηματική. Η πρώτη συνήθως έρχεται σταδιακά, μέσω μηνυμάτων που στέλνει ο οργανισμός ότι χρειάζεται τροφή και η ανάγκη ικανοποίησης παρουσιάζει μεγαλύτερη δυνατότητα αναμονής. Αντίθετα, η συναισθηματική πείνα εμφανίζεται ξαφνικά ως ακατάσχετη επιθυμία λήψης τροφής, με άμεση και επιτακτική ανάγκη ικανοποίησης. Κυριαρχεί ο παρορμητισμός και η κατάποση του φαγητού γίνεται μηχανικά, χωρίς συνειδητοποίηση του ‘τι’ και του ‘πόσο’ τρώμε με αποτέλεσμα το αίσθημα του κορεσμού να μη γίνεται αντιληπτό.

Η σκέψη περιστρέφεται γύρω από το φαγητό ενώ σχεδόν πάντα οι τροφές που προτιμούνται είναι γλυκά και με πολλά λιπαρά. Ξεκινάει σαν αίσθηση από το λαιμό και το στόμα σε αντίθεση με τη βιολογική η οποία ξεκινάει από το στομάχι το οποίο αισθανόμαστε άδειο. Όταν τρώμε ψυχαναγκαστικά, οδηγούμαστε σε αισθήματα ενοχής, ντροπής και τύψεων πράγμα που δεν συμβαίνει όταν ικανοποιούμε τη βιολογική μας πείνα.

Λένε πως η καλύτερη δίαιτα είναι να μην κάνεις δίαιτα και πλέον η τάση του Intuitive Eating -όπως ονομάζεται- αποκτά όλο και περισσότερους υποστηρικτές. Το ζητούμενο είναι η ανοικοδόμηση μιας υγιούς εικόνας σώματος και η ειρήνη με το φαγητό. Η συνεχής ενασχόληση με τους κανόνες, ο θυμός προς τον εαυτό για την έλλειψη θέλησης, η απογοήτευση για την αποτυχία άλλης μιας δίαιτας, είναι εκείνα που δεν μας αφήνουν να έρθουμε σε επαφή με το σώμα μας. Το να είσαι σε επαφή με το σώμα σου, τις αισθήσεις σου είναι η αρχή και το πιο σημαντικό. Οι απαγορεύσεις τροφίμων και ο διαχωρισμός τους σε “καλές” και “κακές” τροφές θεωρώ πως είναι μη ρεαλιστικό σενάριο.

Το γνωρίζουν καλά όσοι έχουν προσπαθήσει να μπουν σε πρόγραμμα αποχής από τροφές με τις οποίες κάνουν υπερφαγία.  Το αποτέλεσμα είναι να περιμένουν πότε θα έρθει η ώρα να τελειώσει το πρόγραμμα για να φάνε αυτά που τόσο έχουν στερηθεί.  Δοκιμάστε να τρώτε τα πάντα σε μικρές ποσότητες και κυρίως, αρχίστε να ακούτε το σώμα σας. Από τη στιγμή που θα σας επιτρέψετε τότε θα “ησυχάσετε”. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πως έχουμε τη δυνατότητα, την επιλογή να κάνουμε κάτι και ας μην το κάνουμε ποτέ. Όταν σας επιτρέπετε, θα αρχίσετε να στέκεστε και σ’ άλλα πράγματα. Στην προετοιμασία και τον πειραματισμό του φαγητού, στο να τρώτε με ηρεμία και όχι με βιασύνη. Τότε θα αρχίσει να γίνεται μορφή και η απόλαυση. Κάποιος ίσως ρωτήσει τι γίνεται με τις μικρές ποσότητες ή άλλοι δυσκολεύονται  να καταλάβουν πότε πραγματικά χόρτασαν. Καταλήγουμε πάντα στο ίδιο. Επαφή με τις αισθήσεις και το σώμα. Χρειάζεται να σας εμπιστευτείτε.

Αρχίστε να σας παρατηρείτε, χωρίς να κρίνετε.  Πότε τρώτε ψυχαναγκαστικά; για ευκολία θα δώσω ένα παράδειγμα αρκετά κοινό για πολύ κόσμο που ταλαιπωρείται με διατροφικά θέματα.  Πολλοί τρώνε ψυχαναγκαστικά όταν θυμώνουν. Θυμώνουν ή με κάτι που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή ή μπορεί να συμβεί κάτι που να θυμίζει έναν παλιό θυμό ο οποίος δεν έχει εκφραστεί και είναι απλά ένας ανοιχτός λογαριασμός. Και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Η δράση είναι να φάνε. Στην πραγματικότητα, τρώνε το συναίσθημα του θυμού. Πότε “τρώμε” – “καταπίνουμε” τα συναισθήματά μας; όταν φοβόμαστε, όταν νιώθουμε απειλή. Εάν εγώ πιστεύω πως με το να εκφράσω τον θυμό μου θα καταστραφεί η σχέση με τον άλλον, ή ο άλλος μπορεί να θυμώσει, το να αναστρέψω, να καταπιώ τον θυμό μου είναι λιγότερο απειλητικό σενάριο. Έτσι, με το να με παρατηρώ, θα αποκτήσω επίγνωση. Γιατί είναι η επίγνωση το ζητούμενο; γιατί μόνο τότε θα μπορέσω να αλλάξω. Όταν μάθω πως έχω και άλλες επιλογές να εκφράσω τα συναισθήματά μου, τότε θα αλλάξει και η συμπεριφορά μου.

Η αλλαγή δεν έρχεται μέσα από τον έλεγχο ή την αποφυγή. Υπάρχει ένα υπαρξιακό παράδοξο όπου η αλλαγή συμβαίνει, όταν κάποιος γίνεται αυτό που είναι και όχι όταν προσπαθεί να γίνει αυτό που δεν είναι.

Συνεξάρτηση: Όταν η Ηχώ ερωτεύτηκε τον Νάρκισσο

συνεξάρτηση

Η συνεξάρτηση πρόκειται για έναν όρο ο οποίος προέρχεται από τη φιλοσοφία των ανωνύμων ομάδων αυτοβοήθειας που βασίζονται στο πρόγραμμα των 12 βημάτων. Αναφέρεται σε μια συμπεριφορά “διευκόλυνσης” ενός εξαρτημένου σημαντικού άλλου, σε βάρος του εαυτού.  Με τον όρο “διευκόλυνση” εννοούμε μια τάση για υπερπροστασία και έλεγχο, μια συμπεριφορά που διαιωνίζει την εξάρτηση του άλλου, εμποδίζοντάς τον ν’αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του. Η συμπεριφορά “διευκόλυνσης” των συζύγων, ή άλλων μελών της οικογένειας των αλκοολικών αρχικά ονομάστηκε “συν-αλκοολισμός” και στη συνέχεια, καθώς τα προγράμματα των 12 βημάτων επεκτάθηκαν και σε εξαρτήσεις από άλλες ουσίες και άλλες μορφές εξάρτησης (όπως πχ βουλιμία, τζόγος) υιοθετήθηκε ο όρος “συνεξάρτηση”.

Όμως, η συνεξάρτηση δεν προϋποθέτει πάντα την παρουσία ενός αλκοολικού ή γενικότερα εξαρτημένου από ουσίες σημαντικού άλλου, αλλά μπορεί να υπάρχει ανεξάρτητα από τη χημική εξάρτηση. Ο όρος χρησιμοποιείται και για να καθορίσει τις σχέσεις όπου ο ένας σύντροφος εμφανίζει μια χειριστική συμπεριφορά και ο άλλος, φοβούμενος την εγκατάλειψη, συμμορφώνεται. Αρκετοί άνθρωποι δυσκολεύονται πολύ να φύγουν από μια άσχημη σχέση και περιγράφουν καταστάσεις όπου όταν έρχονται κοντά στο σύντροφό τους, εκείνος αρχίζει και απομακρύνεται, και όταν εκείνοι απομακρύνονται με οδύνη, τότε ο σύντροφός τους επιστρέφει.

Ένας άνθρωπος με θέματα συνεξάρτησης, παρουσιάζει συγκεκριμένα μοτίβα συμπεριφοράς όπως στο να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ανιδιοτελή και αφιερωμένο στην ευημερία των άλλων, να ζητάει συνεχώς την αναγνώριση, να είναι εξαιρετικά πιστός και να παραμένει σε επιζήμιες καταστάσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, να εκφράζει τον θυμό και την επιθετικότητα με παθητικούς τρόπους, να χρησιμοποιεί το σεξ ενώ θέλει αγάπη, να προσελκύει τους άλλους προς το μέρος του, αλλά όταν έρθουν  κοντά, να τους ωθεί μακριά. 

Οι Hughes-Hammer, Martsolf, and Zeller’s (1998a) διαμόρφωσαν ένα μοντέλο για τη συνεξάρτηση.  Το μοντέλο αυτό αποτελείται από μια βασική έννοια: την εστίαση στους άλλους και την παραμέληση του εαυτού, και τέσσερις άλλες υπο-έννοιες: χαμηλή αυτοαξία, απόκρυψη εαυτού, προβλήματα υγείας, θέματα της οικογένειας καταγωγής.

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; ο Cermak (1991) θεωρεί τα χαρακτηριστικά της συνεξάρτησης συμπληρωματικά του ναρκισσισμού και αναφέρεται στο μύθο του Νάρκισσου και της Ηχούς. Η Ηχώ ελκύεται από το Νάρκισσο γιατί, σύμφωνα με τον Freud, ο ναρκισσισμός ενός ατόμου ασκεί μεγάλη έλξη σ’όσους έχουν απαρνηθεί μέρος του δικού τους ναρκισσισμού.

Κατά την περίοδο που τα παιδιά διαφοροποιούνται από τους γονείς τους, αναπτύσσουν δυο συμπληρωματικές ανάγκες. Η πρώτη, μια φυσιολογική ναρκισσιστική ανάγκη όπου αναζητούν την εκτίμηση των άλλων στις ικανότητές τους, και η δεύτερη μια ‘ηχωϊστική’ ανάγκη, η οποία αφορά στην ανάγκη τους να σχηματίσουν μια εξιδανικευμένη εικόνα για τους γονείς τους, με την οποία να συγχωνευθούν.  Όταν η ανάπτυξη είναι φυσιολογική, οι ναρκισσιστικές ανάγκες οδηγούν στην αυτοπεποίθηση, ενώ οι ηχωϊστικές στην ενσυναίσθηση του ενήλικα (Cermak, 1991). Ένας ναρκισσιστής γονιός έχει την τάση να απορρίπτει τις φυσιολογικές ναρκισσιστικές ανάγκες ενός παιδιού, ενώ αντίθετα, ένας γονιός με θέματα συνεξάρτησης, πυροδοτεί τις ναρκισσιστικές ανάγκες. Και στις δυο περιπτώσεις, οι αντίστοιχες ανάγκες παραμένουν στην παιδική τους μορφή και γίνονται ναρκισσισμός και συνεξάρτηση.

Οι Νάρκισσοι είναι οι πιο δυνατοί μαγνήτες για έναν άνθρωπο που κάνει σχέσεις εξάρτησης. Πολλές έρευνες ισχυρίζονται πως η συνεξάρτηση σχετίζεται με την κατάθλιψη  (Hughes-Hammer, Martsolf & Zeller, 1998; Doheny, 2000) και μπορεί να οδηγήσει σε πιο σύνθετα προβλήματα (Sadock & Sadock, 2000).

Οι αναφορές στη θεραπευτική αντιμετώπιση της συνεξάρτησης ακολουθούν διάφορες προσεγγίσεις όπως ατομική ή ομαδική ψυχοθεραπεία, τα 12 βήματα των Ανώνυμων Συνεξαρτημένων ή μια πιο συνθετική θεραπευτική προσέγγιση.  Το τι βοηθάει τον καθένα είναι καθαρά προσωπική επιλογή.

Το σημαντικό είναι να ζητήσει κάποιος βοήθεια και κυρίως να καταλάβει πως η ανάρρωση από τη συνεξάρτηση δεν βρίσκεται στο άλλο άτομο, ανεξάρτητα από το πόσο μπορεί να πιστεύει το αντίθετο.  Βρίσκεται στον εαυτό του και στους τρόπους με τους οποίους έχει προσπαθήσει να επηρεάσει τους άλλους. Βρίσκεται στην εμμονή, στον έλεγχο, στο θυμό και τις ενοχές, στην εξάρτηση από ιδιόμορφα άτομα, στην προσέλκυση από το ακατανόητο και την ανοχή σ’αυτό, που καταλήγουν σε εγκατάλειψη του εαυτού μας, σε προβλήματα επικοινωνίας και οικειότητας.

Κάποιος θα πει πως είναι φυσικό να θέλουμε να προστατεύσουμε και να βοηθήσουμε τους ανθρώπους για τους οποίους ενδιαφερόμαστε.  Είναι φυσικό να επηρεαζόμαστε και να αντιδράμε στα προβλήματα των άλλων. Η λέξη ‘αντιδρώ’ έχει ιδιαίτερη σημασία από την άποψη πως η συνεξάρτηση έχει έντονα το στοιχείο της αντίδρασης αφού οι συνεξαρτώμενοι αντιδρούν συνέχεια είτε υπερβολικά, είτε υποτονικά αλλά σπανίως δρουν.

Δεν είναι αφύσικο στο να αντιδρά κάποιος, αλλά το να μάθει πως να μην αντιδρά και να δρα με πιο υγιείς τρόπους είναι ένας σίγουρος τρόπος για να προστατεύσει τον εαυτό του. Δεν σημαίνει πως γινόμαστε απόμακροι ή σταματάμε να ενδιαφερόμαστε. Σημαίνει πως αγαπάμε και δημιουργούμε δεσμούς, χωρίς όμως να τρελαινόμαστε. Μαθαίνουμε πως κάθε άτομο είναι υπεύθυνο για τον εαυτό του και υιοθετούμε μια στάση που λέει ότι πρέπει να κρατιόμαστε μακριά από τις ευθύνες των άλλων και να φροντίσουμε για τις δικές μας. Παραχωρούμε στους άλλους και στον εαυτό μας την ελευθερία να είμαστε υπεύθυνοι και να εξελισσόμαστε.

Δεν είναι υποχρεωτικό να παίρνουμε τα πάντα προσωπικά και κατάκαρδα. Το να πω σε κάποιον “Αν μ’αγαπούσες/αν ήμουν σημαντική για σένα, δεν θα μ’αφηνες να περιμένω/θα απαντούσες στο μήνυμά μου/θα μίλαγες ειλικρινά” έχει νόημα όσο και το να πω σε κάποιον που έχει πνευμονία “Αν μ’αγαπούσες δεν θα έβηχες”.

Συνήθως, τα πράγματα έχουν να κάνουν με εμάς πολύ λιγότερο απ’ό,τι νομίζουμε. Εάν κάποιος π.χ. συνηθίζει σε μια σχέση όταν έρθει κοντά με τον άλλον ξαφνικά να απομακρύνεται, με τον ίδιο τρόπο θα σχετιστεί και στην επόμενη σχέση.  Το δικό του θέμα πιθανόν να έχει να κάνει με το πως κόβει την επαφή ή θέματα οικειότητας. Εάν εγώ στο σήμερα, νιώθω υπερβολικό πόνο ή καθήλωση για μια τέτοια αλλόκοτη συμπεριφορά, αυτό είναι το δικό μου θέμα. Αυτό που θα βοηθήσει είναι να μείνω λίγο σε μένα και να σκεφτώ, τι μου θυμίζει αυτή η συμπεριφορά που με καθηλώνει; από πού την ξέρω; Πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά πυροδοτούν κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.

Μέσα στη θεραπεία αναγνωρίζεται το βασικό τραύμα ή τραύματα και μπορεί ο άνθρωπος να κατανοήσει το ρόλο που διαδραμάτισε τόσο αυτό όσο και οι άλλοι σε αυτό το τραύμα. Μ’αυτό τον τρόπο θα σταματήσω να προσπαθώ να κάνω κάποιον άλλον ν’αλλάξει, θα σταματήσω να προσπαθώ με τη συμπεριφορά μου να ελέγξω, θα μάθω να διαχωρίζω τον εαυτό μου από τα πράγματα, θα γίνω εγώ γονιός του εαυτού μου και κυρίως θα σταματήσω να ταλαιπωρούμαι.

Δηλαδή, εάν γίνουν όλα αυτά, η σχέση θα καλυτερεύσει;

Όταν κάποιος παύει να καθρεφτίζει το ναρκισσιστή η σχέση τελειώνει γιατί είναι πολύ δύσκολο για εκείνον να σχετιστεί μ’ένα αυτόνομο άτομο. Το βασικό εμπόδιο της ανάπτυξης είναι ο φόβος για τον πόνο, η απροθυμία να μπούμε σε μια διαδικασία επίπονη, όπως η ψυχοθεραπεία. Επίπονη και συναρπαστική.

Κάποιον μου θυμίζεις

IMG_20200209_193028
Ένα απ’τα πιο συχνά ερωτήματα -που το ακούμε και σε διάφορες παραλλαγές- είναι το “πώς γίνεται αυτοί/ες που επιλέγω να μου συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο;”
Θεωρητικά είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε το είδος ανθρώπου που θα αγαπήσουμε αλλά στην πραγματικότητα η επιλογή μας είναι μάλλον πολύ λιγότερο ελεύθερη από ό,τι φανταζόμαστε. Οι περιορισμοί γύρω απ’τους οποίους μπορούμε να αγαπάμε και να νιώθουμε καλά προέρχονται από ένα μέρος που όλοι οι ψυχοθεραπευτές αρέσκονται να πηγαίνουν. Στην παιδική ηλικία. Η ψυχολογική ιστορία του καθενός μας προδιαθέτει να επιλέγουμε ορισμένους τύπους ανθρώπων.

Ψάχνουμε εκείνους που από πολλές απόψεις αναβιώνουν τα συναισθήματα αγάπης που γνωρίζαμε όταν ήμασταν μικροί. Το θέμα είναι ότι η αγάπη που πήραμε κατά την παιδική μας ηλικία δεν φτιάχτηκε μόνο από γενναιοδωρία, ευαισθησία και καλοσύνη. Δεδομένου το ότι οι γονείς είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη -παρ’όλη την αδιαμφισβήτητα καλή πρόθεσή τους- κάποιες φορές η αγάπη συνοδεύεται και με οδυνηρές πτυχές: την αίσθηση πως δεν είμαι αρκετά καλός, μια αγάπη για έναν γονέα νάρκισσο ή καταθλιπτικό ή εύθραυστο ή η αίσθηση πως ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι πλήρως ευάλωτος γύρω από έναν φροντιστή.

Έτσι, στην ενήλικη ζωή μας θα βρούμε συντρόφους που κάτι στην συμπεριφορά τους θα μας είναι οικείο και θα το έχουμε ξαναζήσει.  Δεν δίνουμε σημασία και ευκαιρία σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν τη λαχτάρα μας για πολυπλοκότητες που έχουμε συνδέσει με την αγάπη. Μπορεί να περιγράψουμε κάποιον ως “βαρετό” όταν στην πραγματικότητα εννοούμε: είναι απίθανο να με κάνει να υποφέρω με τον τρόπο που πρέπει να υποφέρω για να αισθανθώ ότι η αγάπη είναι πραγματική.

Πολλοί λένε πως η λύση είναι απλά να προσπερνάμε αυτούς που έχουν ιδιόμορφη συμπεριφορά και μας ελκύουν και να βρούμε κάποιον με πιο υγιή συμπεριφορά. Θεωρητικά είναι μια καλή λύση και συχνά πρακτικά αδύνατη. Αντί να επιδιώκουμε να αλλάξουμε προτιμήσεις θα ήταν καλύτερο να προσαρμόσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούμε σε συμπεριφορές οικείες που στο τώρα, αν και ενήλικοι μας καθηλώνουν.

Κάτι που επαναλαμβάνω πολύ συχνά γιατί γνωρίζω τη χρησιμότητα της ψυχοεκπαίδευσης είναι πως πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά μια συμπεριφορά τους αναπαράγει-πυροδοτεί κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.  Στο τότε, το είχαμε βιώσει πραγματικά τραυματικά γιατί ένα παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει γνωστικά αυτά που του συμβαίνουν και δεν έχει και επιλογές. Στο σήμερα, εάν κάποια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να γυρίσω πάλι πίσω στο παλιό, παρόλο που γνωστικά θα λέω “μα δεν είναι δυνατόν”.  Σ’αυτό ακριβώς το σημείο θα γίνει η παρέμβασή μου και πλέον θα αντιδράσω ως ενήλικας  και όχι ως το παιδί που ήμουν τότε. Για παράδειγμα εάν ως παιδί δεν έπαιρνα την προσοχή που ήθελα και δεν ήξερα τον τρόπο να τη ζητήσω, τότε θα έβρισκα έμμεσους τρόπους για να πάρω αυτό που είχα ανάγκη.

Στο σήμερα, εάν ο/η σύντροφός μου είναι απορροφημένος με τη δουλειά του και εγώ αντιδράσω όπως παλιά, τότε είτε θα το μεταφράσω “δεν νοιάζεται αρκετά, δεν είμαι αρκετά σημαντικός/ή” ή θα αντιδράσω χειριστικά για να πάρω αυτό που χρειάζομαι. Ένας ενήλικας, που γνωρίζει και έχει δουλέψει τα θέματά του, έστω και αν πυροδοτηθεί ένα παλιό συναίσθημα θα έχει τη δυνατότητα να σκεφτεί κάτι όπως: “έχει δουλειά, έχω και εγώ δουλειά και είναι εντάξει”.  Γιατί θα γνωρίζει πως στο σήμερα έχει πάντα επιλογές.

Δεν προτρέπω, ούτε υπονοώ να μένουμε σε καταστάσεις δύσκολες και ταλαιπωρητικές για να δούμε και να επιλύσουμε τα παλιά μας τραύματα.  Όμως, ως ενήλικες μπορούμε να αποκτήσουμε τις ικανότητες που θα μας επιτρέψουν να πειραματιστούμε με τις προκλήσεις του “εδώ και τώρα” που ως παιδιά στο “εκεί και τότε” δεν μπορούσαμε.

Let’s get physical

Η άσκηση είναι γνωστό ότι σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο θνησιμότητας από αιτίες όπως αυτές της καρδιαγγειακής νόσου, του εγκεφαλικού επεισοδίου και διαβήτη, αλλά η σχέση της με την ψυχική υγεία ήταν μέχρι πρότινος ασαφής. Στόχος μια μεγάλης έρευνας που δημοσιεύθηκε στο ψυχιατρικό περιοδικό “The Lancet Psychiatry” ήταν να εξετάσει τη συσχέτιση μεταξύ άσκησης και ψυχικής υγείας σε ένα μεγάλο δείγμα, έτσι ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα την επιρροή του τύπου άσκησης, της συχνότητας, της διάρκειας και της έντασης.Η μελέτη που έγινε σε περίπου 1,2 εκατομμύρια ανθρώπους, έδειξε πως όσοι ασκούνται τακτικά έχουν κατά μέσο όρο μιάμιση μέρα λιγότερη κακής-δύσκολης ψυχικής υγείας μέσα στο μήνα σε σχέση με όσους δεν ασκούνται καθόλου. Η άσκηση για 45 λεπτά από τρεις έως πέντε φορές την εβδομάδα, έδειξε πως έχει τα μεγαλύτερα οφέλη στη διάθεσή μας και πως σχετίζεται με καλύτερη ψυχική υγεία ανεξαρτήτως ηλικίας, φυλής, φύλου, εισοδήματος και μόρφωσης.Μέσα στο μήνα ένας άνθρωπος που δεν ασκείται, έχει κατά μέσο όρο 3,4 μέρες που δεν νιώθει καλά ψυχολογικά, ενώ όποιος ασκείται, έχει δύο μέρες κακής ψυχολογίας. Η άσκηση είναι πιο ωφέλιμη για όσους είχαν στο παρελθόν διαγνωσθεί με κατάθλιψη (επτά μέρες καλής διάθεσης έναντι 11 ημερών για όσους δεν ασκούνται).Από τα διάφορα είδη άσκησης, το μεγαλύτερο ψυχικό όφελος φαίνεται να προσφέρουν κατά σειρά τα ομαδικά αθλήματα, το ποδήλατο, η αεροβική άσκηση και το γυμναστήριο.Ενδιαφέρον έχει να αναφέρουμε πως η ίδια μελέτη έδειξε πως εκείνοι που πίστευαν πως όσο περισσότερο ασκούνταν, τόσο καλύτερα θα ένιωθαν, κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Η άσκηση για πάνω από 90 λεπτά την ημέρα σχετίζεται με χειρότερη ψυχική υγεία και αυτό πιθανόν έχει να κάνει με ψυχαναγκαστική συμπεριφορά η οποία αυξάνει την πιθανότητα ψυχικής αστάθειας. Έτσι λοιπόν, πάντα με μέτρο, για σένα νοιάσου και γυμνάσου.

Τα πέντε στάδια

cof

Μια απ’τις σημαντικότερες ψυχολογικές μελέτες του 20ου αιώνα, που επηρέασε βαθειά τους τομείς της ψυχικής υγείας και της έρευνας και πενήντα χρόνια μετά την πρώτη έκδοση, κυκλοφορεί για πρώτη φορά στα ελληνικά το βιβλίο της Elisabeth Kubler-Ross.

Σε μια περίοδο που οι επαγγελματίες της υγείας μιλούσαν για τις σοβαρές ασθένειες με ευφημισμούς και ψιθύρους, εμφανίστηκε μια γιατρός που συζητούσε με ειλικρίνεια με τους ανθρώπους για την αρρώστιά τους, κυρίως όμως άκουγε με μεγάλη προσοχή όσα της έλεγαν. Ο τρόπος με τον οποίο πέθαιναν οι άνθρωποι έγινε κάτι σημαντικό.

Μέσα απ’τις συνεντεύξεις και τις συνομιλίες που είχε με τους ασθενείς, διερεύνησε πώς ο θάνατος επηρεάζει εκτός απ’τον ίδιο, το οικογενειακό του περιβάλλον, τους γιατρούς και το ιατρικό προσωπικό που βρίσκεται κοντά του. Εισήγαγε τη θεωρία για τα στάδια της άρνησης, του θυμού, της διαπραγμάτευσης, της κατάθλιψης και της αποδοχής. Δηλαδή τις συναισθηματικές καταστάσεις που βίωναν οι σοβαρά ασθενείς, καθώς και τους μηχανισμούς προσαρμογής που χρησιμοποιούσαν για να κατανοήσουν αυτό που τους συνέβαινε.

Η θεωρία της Kubler-Ross -αν και έχει δεχθεί επικρίσεις- προκάλεσε μια επανάσταση για τη βελτίωση της φροντίδας στο τέλος της ζωής κυρίως όμως άλλαξε τη δομή των σχέσεων των ασθενών με τους γιατρούς και τους επαγγελματίες της υγείας.

Τα πέντε στάδια του πένθους ήταν ορόσημο και για έναν ακόμα λόγο. Οι ειδικοί στον τομέα  της ψυχικής υγείας παρατήρησαν ότι οι άνθρωποι, κάθε φορά που ερχόμαστε αντιμέτωποι με κάποια απώλεια, μικρή ή μεγάλη, βιώνουμε αυτά τα πέντε στάδια.

Μια συμβουλή για τους γονείς

Adam Grant

Προ ημερών, διαβάζοντας διάφορα ρεπορτάζ από το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός, έπεσα πάνω σε αυτή τη συνέντευξη του ψυχολόγου  Adam Grant στην οποία του ζητούσαν να αναφέρει την καλύτερη και τη χειρότερη συμβουλή που είχε να δώσει για την ανατροφή των παιδιών.

Ο Grand αναφέρθηκε στον τρόπο που τα παιδιά μπορούν να αποκτήσουν την πολυσυζητημένη ανθεκτικότητα και τη συσχέτισε με τη σχέση που αναπτύσσουν με τους γονείς τους.  Μάλιστα, αναφέρθηκε σε μια γνωστή μελέτη για όσους στο Ολοκαύτωμα έβαλαν τη ζωή τους σε κίνδυνο για να σώσουν, συχνά, άγνωστους σε αυτούς ανθρώπους.

Το ερώτημα ήταν τι τους οδήγησε σε αυτή τη συμπεριφορά;

Σήμερα που είναι η Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος, σκέφτηκα να μοιραστώ μαζί σας τις σκέψεις του Adam Grand για το θέμα.

Είπε λοιπόν:

Η χειρότερη συμβουλή για γονείς που έχω ακούσει ποτέ είναι ότι όταν τα παιδιά κάνουν κάτι λάθος, πρέπει να τιμωρούνται. Έχει γίνει μια γνωστή μελέτη για εκείνους που κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος έβαλαν τη ζωή τους σε κίνδυνο για να σώσουν -σε ορισμένες περιπτώσεις άγνωστους σε εκείνους ανθρώπους-. Το ερώτημα ήταν τι τους έκανε διαφορετικούς από τους συνανθρώπους τους, που ζούσαν στις ίδιες πόλεις, οι οποίοι ποτέ δεν τοποθετήθηκαν; Η απάντηση ήταν ότι εν μέρει, οι γονείς τους, τους αντιμετώπιζαν διαφορετικά όταν παρεκτρέπονταν. Εκείνοι που δεν ενεπλάκησαν, τιμωρούνταν συνεχώς όταν έκαναν κάτι λάθος και έτσι έμαθαν να αποφεύγουν τις αρνητικές συνέπειες των πράξεών τους. Εκείνοι που έπαιρναν το ρίσκο να βοηθήσουν τους συνανθρώπους τους σε κίνδυνο, αντί να τιμωρούνται, λάμβαναν εξηγήσεις απ’ τους γονείς τους.

Όταν δεν τηρούσαν κάποιον κανόνα, τους εξηγούσαν πως όσο ανόητος και αν τους φαινόταν, οι πράξεις τους, η συμπεριφορά τους έχει αντίκτυπο στους άλλους και μπορεί να τους βλάψει.  Με αυτό τον τρόπο είναι πιθανότερο για ένα παιδί να προβληματιστεί σχετικά με τον αντίκτυπο της συμπεριφοράς του σε άλλους.

Βεβαίως, δεν μπορούμε να ξέρουμε αν αυτή η στάση των γονιών τελικά τους έκανε να τοποθετούνται με πράξεις ηρωισμού, θυσίας και θάρρους. Αυτό όμως που ξέρουμε είναι ότι τα παιδιά μαθαίνουν να σχετίζονται με διαφορετικό ηθικό σκεπτικό όταν τους έχουμε εξηγήσει γιατί η συμπεριφορά τους είναι λάθος και γιατί οι πράξεις τους μπορούν να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στους άλλους. Όταν λοιπόν τους εξηγούμε το λάθος αντί να τα τιμωρούμε τότε είναι πιθανότερο να διαμορφώσουν ηθικές αρχές που ως ενήλικες θα τους κινητοποιούν να επιλέξουν το σωστό για τους άλλους.

Είναι σημαντικό τα παιδιά να μάθουν από νωρίς ότι δεν είναι μόνον αυτά που μπορούν να υπολογίζουν στη βοήθεια των άλλων αλλά και ότι οι άλλοι μπορούν να βασίζονται σε εκείνα.

Και αυτό είναι κάτι που μαθαίνεται από τους γονείς και αρκετά νωρίς._

Το δεκαεννιά

Για τη χρονιά που φέρθηκες ως ενήλικη περισσότερο από κάθε άλλη φορά διατηρώντας πάντα μια εσάνς ντραμακουινισμού

που επιβεβαιώθηκε για άλλη μια φορά το γεγονός πως η ανθρώπινη φύση είναι εκπληκτικά οικουμενική και καθολικά απογοητευτική

που είπες στον εαυτό σου πως δεν διατηρείς την ακεραιότητα και την ανωτερώτητά σου με το να φεύγεις κάθε φορά που κάποιος σε απογοητεύει και πως χρειάζεται να συγκρουστείς ακόμα και με corporate τρόπο

που είπες πολλές φορές τη φράση “δεν μπορώ, έχω προπόνηση”

που είδες τον πατέρα σου να μεγαλώνει και να αποσύρεται και έκλαψες πολύ

που περνάτε καλά μαζί με τη συνάδελφο που συνεργάζεσαι και λέει η μια την άλλη partner

που ανακάλυψες την άρση βαρών και λες τι βλακεία που δεν ασχολήθηκα πιο νωρίς με τον αθλητισμό

που ερωτεύτηκες με μηδενισμένο το κοντέρ

που τελικά δεν κατάφερες να μιλήσεις για σένα όπως είχες πει πως θα κάνεις

που η μόνη υπόσχεση που δίνεις για την καινούργια χρονιά είναι να ταξιδέψεις όσο περισσότερο μπορείς

Καλή χρονιά 🙂

 

Πώς να βοηθήσω έναν φίλο που πενθεί

grief-support-490x326
Όταν κάποιος δικός μας άνθρωπος πενθεί συχνά στεκόμαστε αμήχανοι και δεν ξέρουμε πώς να συμπεριφερθούμε. Κάποιες φορές θα πούμε όλα τα κλισέ που νομίζουμε πως βοηθάνε και άλλες θα εξαφανιστούμε. Η αλήθεια είναι πως καμία απ’τις δυο συμπεριφορές δεν βοηθάνε έναν άνθρωπο που υποφέρει.  Η προσέγγιση είναι καλό να είναι συχνή και ταπεινή.

Η ικανότητά σας να είστε καλοί ακροατές χωρίς να δίνετε συμβουλές είναι το πιο σημαντικό. Δεν χρειάζεται να έχετε πάντα κάτι να πείτε. Με το να είστε εκεί και να ακούτε χωρίς να κρίνετε ή να ερμηνεύετε είναι πολύ πιο θεραπευτικό και ανακουφιστικό για τον άλλον.

O φίλος σας για μεγάλο χρονικό διάστημα μπορεί να θέλει να μιλάει συνέχεια για τον θάνατο του αγαπημένου του προσώπου. Αυτή η επανάληψη είναι μέρος της θεραπευτικής διαδικασίας. Μη λέτε “ξέρω πως αισθάνεσαι”. Δεν ξέρετε. Ο καθένας μας βιώνει την απώλεια και τη θλίψη διαφορετικά. Εάν θέλετε να μιλήσετε με ενσυναίσθηση μπορείτε να πείτε “εάν θες να μιλήσεις για το πώς αισθάνεσαι, εγώ είμαι εδώ”.

Εάν δεν γνωρίζετε με βεβαιότητα τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του αποθανόντα και εκείνου που πενθεί για τη μεταθανάτια ζωή, μην πείτε ποτέ “είναι κάπου εκεί ψηλά και σε βλέπει”. Είναι μια δήλωση που μπορεί να θυμώσει πολύ τον άλλον. “Τώρα που έφυγε θα ηρεμήσεις και εσύ και θα μπορείς να συνεχίσεις τη ζωή σου” είναι η πιο συχνή φράση που ακούγεται ιδιαίτερα μετά από μια παρατεταμένη και οδυνηρή ασθένεια που ναι μεν ο θάνατος μπορεί να φαίνεται ως ανακούφιση, όχι όμως για εκείνον που μένει πίσω.

Δεν ξέρω τι θα έκανα εάν ήμουν στη θέση σου. σίγουρα δεν θα ήμουν τόσο ψύχραιμος”. Αυτή η δήλωση αφορά αποκλειστικά εσάς και δεν προσφέρει τίποτα σ’έναν άνθρωπο που υποφέρει. “αν και ξαφνικό, τουλάχιστον δεν υπέφερε ή ευτυχώς είχες χρόνο να τον αποχαιρετήσεις”. Ένας θάνατος είναι εξαιρετικά δύσκολα διαχειρίσιμος σε οποιαδήποτε συνθήκη.  Πείτε στον άνθρωπο πως έχει δίκιο που υποφέρει και είστε δίπλα του. Ειδικά τον πρώτο καιρό προτείνετε συγκεκριμένα πράγματα που μπορείτε να προσφέρετε και αυτό γιατί πολλοί άνθρωποι πιστεύουν πως είναι βάρος και δύσκολα θα σας ζητήσουν εκείνοι βοήθεια. To να αποδεσμεύσετε τον φίλο σας απο τη λήψη μιας ακόμα απόφασης είναι από μόνο του βοηθητικό.  Αντί να ρωτήσετε “εάν χρειαστείς κάτι, πάρε με τηλέφωνο” πείτε “σήμερα το απόγευμα θα πάω σούπερ μάρκετ, τι θες να σου φέρω;” Ετοιμάστε ένα φαγητό για εκείνον, εάν έχει παιδιά κάντε λίγο baby sitting, επιμείνετε να πάτε μαζί μια βόλτα. Γενικά δώστε πρακτική βοήθεια, ειδικά εάν η ψυχολογική στήριξη σας δυσκολεύει.

Οι άνθρωποι δεν βιώνουμε τα στάδια του πένθους με τον ίδιο τρόπο και η στήριξη μετά το αρχικό σοκ της απώλειας είναι πιο πολύτιμη από ποτέ. Μείνετε σε επαφή έστω και με ένα μέιλ ή ένα μήνυμα και μην κάνετε υποθέσεις για την ψυχολογική κατάσταση του φίλου σας από την εξωτερική του εμφάνιση.

Κάποιες μέρες του έτους θα είναι ιδιαίτερα δύσκολες για το αγαπημένο σας πρόσωπο.
Οι γιορτές, τα γενέθλια, οι επέτειοι, οι διακοπές, θα αναζωπυρώνουν τη θλίψη. Δεν χρειάζεται να έχετε πάντα κάτι να πείτε. Οι άνθρωποι πολλές φορές το μόνο που θέλουμε όταν κλαίμε είναι να μην κλαίμε μόνοι μας. Απλά να είναι κάποιος δίπλα μας χωρίς να μιλάει. Απλά, ν’αντέχει τον πόνο μας.

Πώς να μιλήσω στο παιδί μου για το θάνατο

hippo_on_the_window_209014

Έχασα τη μητέρα μου ξαφνικά πριν λίγες μέρες. Πέρα απ’τη δική μου θλίψη έχω να αντιμετωπίσω και την κόρη μου η οποία την αγαπούσε πολύ και πέρναγαν πολλές ώρες μαζί. Με ρωτάει συνέχεια πότε θα τη δει και απ’τη μια δεν θέλω να της λέω ψέματα αλλά φοβάμαι πως δεν θα αντέξει να ακούσει πως δεν θα ξαναδεί τη γιαγιά. Την αγαπούσε πολύ.”

Κάθε παιδί αρκετά μεγάλο για να αγαπάει είναι και αρκετά μεγάλο για να πενθεί. Το πένθος των παιδιών εκφράζεται διαφορετικά απ’το δικό μας μιας και τείνουν να θρηνούν εμφανίζοντας θλίψη περιστασιακά με εναλλαγές χαράς και θυμού.
Η θλίψη τους μπορεί να εκδηλωθεί και με σωματικά συμπτώματα όπως με πονοκεφάλους ή στομαχόπονο ή με διαταραχές στον ύπνο. Μπορεί να παλινδρομούν σε συμπεριφορές προηγούμενης ηλικίας όπως ενούρηση, πιπίλισμα δαχτύλου ή προσκόλληση στους γονείς. Συχνά χρησιμοποιούν το παιχνίδι για να εκφράσουν αυτό που σκέφτονται και αισθάνονται γι’αυτό και η συμπεριφορά τους είναι καλύτερη ένδειξη της θλίψης τους από ό, τι τα λόγια τους. Φυσικά η ηλικία και η φάση ανάπτυξης τους καθορίζουν πόσο πραγματικά καταλαβαίνουν για το θάνατο.

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πως είναι επιρρεπή στη μαγική σκέψη, πιστεύοντας ότι οι σκέψεις μπορούν να προκαλέσουν πράξεις και ότι οι φαντασιώσεις τους μπορούν να γίνουν πραγματικές. Γι’αυτό και διαβεβαιώνουμε πώς τίποτα απ’όσα έκαναν, σκέφτηκαν ή είπαν δεν προκάλεσαν το θάνατο και πως δεν θα μπορούσαν να έχουν κάνει κάτι για να το αποτρέψουν.

Μέχρι την εφηβεία, τα παιδιά είναι αρκετά κυριολεκτικά γι’αυτό δεν χρησιμοποιούμε ευφημισμούς. Το να πούμε πως ο νεκρός “κοιμήθηκε” ή “μας άφησε” ή “πήγε σ’ένα καλύτερο μέρος” ή “ήταν το θέλημα του Θεού” είναι πολύ μπερδευτικό και προκαλεί σύγχυση. Μπορεί να πιστεύουν πως αυτός που έφυγε μπορεί να ξαναγυρίσει ή συνεχίζει να ζει εκεί που βρίσκεται. Είναι εντάξει να χρησιμοποιήσεις της λέξη “θάνατος” και να εξηγήσεις με ειλικρίνεια τι συνέβη. Μη φοβάσαι τις λέξεις “πέθανε”, “σταμάτησε η καρδιά της” και μην προσπαθείς να ωραιοποιήσεις την κατάσταση. Μπορείς να πεις πως όταν πεθαίνει κάποιος σταματάει να χτυπά η καρδιά του. Δεν νιώθει και δεν πονά. Πως όλοι πεθαίνουν, τα ζώα, τα λουλούδια. Μην αποκρύψεις το γεγονός γιατί η απόκρυψη της αλήθειας αντί να προστατεύει δημιουργεί περισσότερα προβλήματα στο μέλλον. Εξάλλου να είσαι σίγουρη πως έχει καταλάβει πως κάτι συμβαίνει.

Άφησέ τη να σε δει να κλαις και να πενθείς γιατί έτσι μαθαίνει πως η στεναχώρια είναι φυσιολογική και ξεπερνιέται. Πως το κλάμα δεν είναι ντροπή. Βλέπει πως είναι παρήγορο για όλους όταν το πένθος και η στεναχώρια μοιράζεται και πως δεν χρειάζεται να το περνάμε μόνοι μας. Μη φοβάσαι πως θα “διαλυθεί”. Τα παιδιά μπορούν να αντιμετωπίσουν αυτό που γνωρίζουν. Δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν σε αυτά που δεν γνωρίζουν ή έχουμε αποφασίσει εμείς πως δεν πρέπει να γνωρίζουν γιατί νομίζουμε πως τα προστατεύουμε.

Μου γράφεις και για τη δική σου θλίψη και θέλω να σου πω πως είναι εξίσου σημαντική και πως θα πρέπει να βρεις τον χρόνο να την τιμήσεις και μόνη σου. Να ζητήσεις βοήθεια από την οικογένειά σου και απ’τους φίλους σου, να είσαι φροντιστική και ευγενική με τον εαυτό σου και να ξέρεις πως κάνεις το καλύτερο που μπορείς.

Ο φίλος μου χρειάζεται έναν ειδικό. Πώς θα πειστεί να τον δει;

“Ένας παιδικός μου φίλος περνάει πολύ δύσκολα τον τελευταίο καιρό και τον βλέπω να κλείνεται όλο και περισσότερο. Στο παρελθόν εγώ είχα απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό και με είχε βοηθήσει πολύ και θέλω να τον κάνω να πάει και εκείνος. Προσπάθησα να του το πω αλλά δεν είχα αποτέλεσμα. Μπορείς να μου πεις τι να του πω για να πάει;”

Πρέπει να νοιάζεσαι και να ανησυχείς πολύ για τον φίλο σου. Ο τρόπος για να τον κάνεις να απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό λοιπόν είναι απλός. Να μιλήσεις για σένα και το πως αισθάνεσαι με το να τον βλέπεις να δυσκολεύεται χρησιμοποιώντας πάντα το πρώτο πρόσωπο. Να του πεις πως ενδιαφέρεσαι και ανησυχείς και πως θες να είναι υγιής και ευτυχισμένος. Ρώτησέ τον τι μπορείς να κάνεις για να βοηθήσεις. Μοιράσου τη δική σου εμπειρία και πόσο βοηθήθηκες, όταν απευθύνθηκες σε κάποιον ψυχοθεραπευτή. Να εστιάσεις στη διαδικασία και όχι στο αποτέλεσμα και να μη ξεχνάς πως δεν γίνεται να τον υποχρεώσεις  να κάνει κάτι εάν ο ίδιος δεν το έχει αποφασίσει.  Να θυμάσαι ότι το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να προκαλέσεις την αλλαγή που ελπίζεις και εύχεσαι για εκείνον και ακόμα κι αν δεν είναι έτοιμος να αναζητήσει επαγγελματική βοήθεια τώρα, μπορεί να θυμηθεί αυτά που του είπες όταν και αν θα είναι έτοιμος να κάνει αυτό το βήμα.