Η “γοητεία” των μη διαθέσιμων ανθρώπων

 

Ένα βίντεο που μέσα σε πέντε λεπτά δίνει κάποιες απλές εξηγήσεις γιατί κάποιοι άνθρωποι έλκονται και μπαίνουν σε σχέσεις με μη διαθέσιμους ανθρώπους.

Θεωρητικά είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε το είδος ανθρώπου που θα αγαπήσουμε αλλά στην πραγματικότητα η επιλογή μας είναι πολύ λιγότερο ελεύθερη από ό,τι φανταζόμαστε. H ψυχολογική ιστορία του καθενός μας προδιαθέτει να επιλέγουμε ορισμένους τύπους ανθρώπων που σίγουρα μεταξύ αυτών θα υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές.

Σε μεγάλο βαθμό ψάχνουμε εκείνους που αναβιώνουν τα συναισθήματα αγάπης που γνωρίζαμε όταν ήμασταν μικροί. Όμως, η αγάπη που πήραμε τότε δεν φτιάχτηκε μόνο από γενναιοδωρία, ευαισθησία και άνευ όρων αποδοχή αλλά δεδομένου το ότι οι γονείς είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη, η αγάπη αυτή μπορεί να συνοδεύτηκε και με οδυνηρές πτυχές: την αίσθηση πως δεν είμαι αρκετά καλός, μια αγάπη για έναν γονέα νάρκισσο ή καταθλιπτικό ή εύθραυστο ή η αίσθηση πως ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι πλήρως ευάλωτος γύρω από έναν φροντιστή.

Έτσι, στην ενήλικη ζωή μας θα ψάχνουμε συντρόφους που κάτι στην συμπεριφορά τους θα μας είναι οικείο και θα το έχουμε ξαναζήσει. Και αυτό γιατί οι άνθρωποι πάμε στο γνώριμο γιατί εκεί ξέρουμε τον τρόπο να υπάρχουμε, τον τρόπο που θα συμπεριφερθούμε. Δύσκολα και μετά από σκέψη θα δώσουμε ευκαιρία σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν την επιθυμία μας για πολυπλοκότητες που έχουμε λανθασμένα συνδέσει με την αγάπη. Πολύ συχνά περιγράφουμε κάποιον ως “βαρετό” όταν στην πραγματικότητα εννοούμε: “Είναι απίθανο να με κάνει να υποφέρω με τον τρόπο που πρέπει να υποφέρω για να αισθανθώ ότι η αγάπη είναι πραγματική”.

Οι περισσότεροι θέλουμε και έχουμε ανάγκη από αγάπη και εγγύτητα. Ο φόβος, όμως, είναι εξίσου ισχυρή δύναμη και ανταγωνίζεται αυτή μας την ανάγκη. Παρόλο που οι ανάγκες μένουν ακάλυπτες όταν δεν ερχόμαστε κοντά, μπορεί να νιώθουμε μεγαλύτερη ασφάλεια όταν δεν το κάνουμε. Με τον τρόπο αυτό, δεν διακινδυνεύουμε την αβεβαιότητα που προκύπτει από τη στενή συναισθηματική σχέση με έναν άλλον άνθρωπο. Δεν διακινδυνεύουμε να πρέπει να δείξουμε αυτό που είμαστε, κάτι που περικλείει τη συναισθηματική ειλικρίνεια, αλλά και την πιθανή απόρριψη των συναισθημάτων μας. Δεν διακινδυνεύουμε την εγκατάλειψή μας από τους άλλους. Δεν βιώνουμε την αμηχανία που συνεπάγεται η αρχή μιας σχέσης που για πολλούς είναι πραγματικά αφόρητη.

Η στενή επαφή, η οικειότητα έχουν συχνά ως συνέπεια την αίσθηση της απώλειας του ελέγχου. Η οικειότητα θέτει σε δοκιμασία τους βαθύτερους φόβους μας για το ποιοι είμαστε και για το εάν είναι αποδεκτό να είμαστε ο εαυτός μας. Απαιτείται ειλικρίνεια, αυθορμητισμός, εμπιστοσύνη, αποδοχή του εαυτού μας και αποδοχή των άλλων.

Μητέρες εν δράσει

monster-in-law-ss1

“Έχω ένα θέμα με τη μητέρα μου που μπορεί να ακουστεί χαζό αλλά πραγματικά για μένα είναι πρόβλημα. Όλοι μας έχουμε περιοριστεί και μένουμε σπίτι κλπ  αλλά η μητέρα μου φαίνεται να μην καταλαβαίνει. Συνεχίζει την καθημερινότητά της σχεδόν κανονικά, δηλαδή πηγαίνει σχεδόν κάθε μέρα στο σπίτι κάποιας φίλης της όπου τρώνε, παίζουν χαρτιά σα να μη συμβαίνει τίποτα.  έχω δοκιμάσει να της εξηγήσω με όλους τους τρόπους: αυστηρότητα, φωνή, απειλή -δεν θα ξαναδείς ούτε εμένα ούτε το παιδί- με το πολύ γλυκό, με το φιλότιμο. Μου λέει πως υπερβάλω. Δεν έχει κάποιο πρόβλημα υγείας αλλά είναι σχεδόν 80 και εγώ είμαι πρόσφατα χωρισμένη και δεν έχω την ψυχολογική πολυτέλεια να φροντίζω και ένα δεύτερο “παιδί”. Κάτι φορές πιστεύω πως το κάνει για να της δίνω σημασία. κάτι άλλες πιστεύω πως είναι απλά παρτάκιας.  Εάν έχεις κάποια ιδέα, μου γράφεις”

Αν και είσαι το “παιδί”, οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί. Δεν ξέρω εάν το κάνει γιατί θέλει την προσοχή σου ή απλά είναι σε στάδιο άρνησης γιατί φοβάται να αποδεχθεί τη σοβαρότητα της κατάστασης και με ό,τι αυτό συνεπάγεται όπως π.χ. να πρέπει ξαφνικά να μένει μόνη της, χωρίς να βλέπει τις φίλες της.   Ίσως θα βοηθούσε να επικοινωνείς ως ενήλικας αντί ως γονιός με το να αρχίσεις να μιλάς στο πρώτο πρόσωπο. Τι αισθάνεσαι εσύ όταν τη βλέπεις να μην προσέχει τον εαυτό της. “Φοβάμαι μήπως αρρωστήσεις. Θα στεναχωρηθώ πολύ αν πάθεις κάτι. Ανησυχώ πάρα πολύ. Δεν ξέρω εάν θα καταφέρω να είμαι εκεί εάν πάθεις κάτι”.  Είναι ο μόνος τρόπος να ανταποκριθεί ως ενήλικας και ίσως να αναλάβει την ευθύνη και τις πιθανές συνέπειες των επιλογών της.  Είναι και ο μόνος τρόπος να σταματήσεις να απογοητεύεσαι με το να προσπαθείς να ελέγξεις τις αντιδράσεις της, που όπως είδες και είπες, είναι αδύνατον.

Οι σιωπηλές απώλειες

wp-1585565674699.jpg

H πιο συχνή λέξη που ακούμε για την πανδημία και σχετίζεται με την ψυχική υγεία είναι “άγχος”.  Ως ψυχοθεραπεύτρια παρατήρησα πως η λέξη “άγχος” μετατράπηκε σε “απώλεια”. Προφανές θα μου απαντήσετε, μιας και πολλοί άνθρωποι βιώνουν τεράστια απώλεια ζωής, αγαπημένων, υγείας, θέσεων εργασίας, εισοδήματος. Αυτό που είναι λιγότερο προφανές είναι οι μικρότερες απώλειες, οι σιωπηλές.  Μια απώλεια γίνεται σιωπηλή όταν αρχίζουμε και ιεραρχούμε τον πόνο, τη θλίψη. Όταν τις κατατάσσουμε σε σημαντικές και ασήμαντες. Τότε πολλοί άνθρωποι μένουν μόνοι για να θρηνήσουν. Είναι δύσκολο να μιλήσουμε γι’αυτές τις απώλειες γιατί φοβόμαστε πως οι άλλοι θα τις θεωρήσουν ασήμαντες ή θα θυμώσουν και θα σκεφτούν άσχημα για εμάς.

Εκτός από τις τραγικές απώλειες ζωής και υγείας και θέσεων εργασίας οι απώλειες που βιώνουμε όλοι οι άνθρωποι είναι η απομάκρυνση από οικογένεια και φίλους την περίοδο που τους χρειαζόμαστε πολύ. Η ακύρωση ενός ταξιδιού που είχαμε κανονίσει, η καθημερινή λαχτάρα για να δούμε κάποιον, η βόλτα στη θάλασσα, το σινεμά, να μη φοβόμαστε όταν μας πλησιάζουν άγνωστοι, η προβλεψιμότητα που θεωρούσαμε δεδομένη στην καθημερινή ζωή. Εκτός από την συλλογική ανησυχία υπάρχει και η συλλογική απώλεια. Χρειάζεται να της δώσουμε χώρο και να δούμε τους τρόπους που θα την αντιμετωπίσουμε.

Τα συναισθήματα δεν είναι γεγονότα

IMG_20200318_124510

Ευγενική υπενθύμιση:
Τα συναισθήματα δεν είναι γεγονότα. Επειδή μπορεί να νιώθουμε κάτι δεν σημαίνει πως αυτό είναι και η πραγματικότητα. π.χ. Είμαι ανίκανος-ανίκανη να αντιμετωπίσω όλο αυτό που συμβαίνει. Είναι πολύ μεγάλο για μένα.

Τα συναισθήματά μας αντικατοπτρίζουν τον εσωτερικό μας κόσμο και φυσικά, το ζητούμενο είναι να τα αναγνωρίζουμε, να τα κατανοούμε, να τα αποδεχόμαστε και να είμαστε σε επαφή με αυτά. Ωστόσο, πρέπει να  θυμόμαστε δυο πράγματα:

α) ότι τα συναισθήματα δεν είναι πάντα ισοδύναμα με τα πραγματικά γεγονότα αλλά τις περισσότερες φορές πυροδοτούνται από παλαιότερες εμπειρίες, γεγονότα, τραύματα, παρεξηγήσεις, ανασφάλειες.

β) Οι σκέψεις μας καθορίζουν τα συναισθήματά μας και εν τέλει τη δράση μας, τη συμπεριφορά μας. Ένα γεγονός δεν αλλάζει, αλλά ο τρόπος που το ερμηνεύω, το νόημα που του δίνω, οι σκέψεις που κάνω θα καθορίσουν το συναίσθημά μου και τη δράση μου-τη συμπεριφορά μου. Σε τρία πράγματα έχουμε έλεγχο και αυτό ισχύει για όλους τους ανθρώπους: στις σκέψεις μας, στις εικόνες που φτιάχνουμε στο μυαλό μας και στη συμπεριφορά μας.

 

Τα “ναι” και τα “όχι” του άγχους

IMG_20200317_123933.png

Ίσως να έχετε και οι ίδιοι διαπιστώσει πως η στήριξη σε κάποιον αρκετά αγχώδη άνθρωπο χρειάζεται ιδιαίτερο χειρισμό. Μπορεί να έχετε τις καλύτερες προθέσεις και να πιστεύετε πως αυτό που λέτε βοηθάει, ενώ στην πραγματικότητα προκαλεί μεγαλύτερη δυσαρέσκεια.

Στην αριστερή στήλη της φωτογραφίας είναι οι τέσσερις φράσεις που καλό είναι να αποφεύγουμε να λέμε αν θέλουμε να είμαστε υποστηρικτικοί και καθησυχαστικοί και στη δεξιά ένας εναλλακτικός τρόπος.

Έτσι λοιπόν, αποφεύγουμε τα εξής:

  • Ηρέμησε-μην αγχώνεσαι
  • Δεν χρειάζεται να ανησυχείς
  • Εγώ να δεις πόσα προβλήματα έχω ή η αλλαγή θέματος
  • Μην ενθαρρύνετε μια συμπεριφορά που μπορεί να ανακουφίζει προσωρινά το άγχος

Αντί να πείτε “μην αγχώνεσαι” προσπαθήστε να κάνετε ανοιχτές ερωτήσεις γιατί έτσι θα βοηθήσει τον άλλον να σταθεί και να σκεφτεί τις απαντήσεις του, να “περπατήσει” μέσα από τα γεγονότα και να έρθει σε επαφή με τις πηγές στήριξης που έχει. Μια ανοιχτή ερώτηση μπορεί να είναι “Τι είναι αυτό που σε άγχει περισσότερο από την όλη κατάσταση;” Θα δείτε πως με ανοιχτές ερωτήσεις το άγχος θα πέφτει γιατί όχι μόνο θα ενεργοποιείται η επίλυση προβλημάτων αλλά και ο άλλος θα καταλαβαίνει το ενδιαφέρον σας.

“Δεν χρειάζεται να ανησυχείς” “όλα θα πάνε καλά” “κάποια στιγμή θα τα θυμόμαστε όλα αυτά και θα γελάμε” Καμία από αυτές τις φράσεις δεν είναι βοηθητικές. Οι άνθρωποι που αγχώνονται βιώνουν το πρόβλημά τους ως κάτι πολύ σοβαρό και μεγάλο και μάλιστα αισθάνονται άσχημα γι’αυτό. Επίσης, πώς ξέρετε ότι όλα θα πάνε καλά;

Σκεφτείτε λίγο να ήσασταν εσείς αγχωμένοι και ενώ είχατε μεγάλη ανάγκη να μιλήσετε, σας απαντούσε κάποιος: “εγώ να δεις πόσα προβλήματα έχω” ή ακόμα χειρότερα άλλαζε θέμα. Φαντάζομαι θα θυμώνατε, θα απογοητευόσασταν και θα κλεινόσασταν στον εαυτό σας ακόμα περισσότερο. Όταν κάποιος κοντινός σας περνάει δύσκολα αφιερώστε λίγο χρόνο να τον ακούσετε χωρίς να τον διακόψετε και χωρίς να τον κρίνετε. Επιβεβαιώστε τον. Πείτε του πως έχει δίκιο να ανησυχεί και πως είναι φυσιολογικό. Πως η κατάσταση δεν θα μείνει ίδια για πάντα και θυμήστε του τις πηγές στήριξης  που έχει.

Πολλές φορές βρίσκουμε τρόπους για να ανακουφίζουμε το άγχος μας με συμπεριφορές που στην πραγματικότητα και προσωρινές είναι και μακροπρόθεσμα δεν είναι τόσο βοηθητικές, όπως π.χ. η υπερβολική χρήση αλκοόλ ή άλλες ουσίες ή οι άσκοπες βόλτες.

Είναι εφικτό και να είμαστε συναισθηματικά υποστηρικτικοί και να ενθαρρύνουμε υγιείς συμπεριφορές. Το “μυστικό” είναι να ανταποκρινόμαστε με ευγένεια, ενσυναίσθηση, ανοιχτές ερωτήσεις και κρατώντας τον άλλον υπεύθυνο με τρόπο μαλακό και σταθερό.

 

 

 

 

Η μέρα της Μαρμότας

wp-1584291020619.png

Η Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία, εν μέσω της πανδημίας, ανέβασε στο σάιτ της οδηγό με οδηγίες για τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Το άρθρο έχει και κάποιες γενικές συμβουλές για τη διαχειρίση του άγχους και κάποιους τρόπους αντιμετώπισης για τον αναγκαστικό αλλά απαραίτητο και σωτήριο περιορισμό μας.

Είμαι σίγουρη πως τα περισσότερα τα έχετε ήδη διαβάσει και ακούσει πολλές φορές, όμως, βρήκα πολύ χρήσιμο αυτό που γράφει για το πόσο σημαντική είναι για την ψυχική μας υγεία η δημιουργία και η τήρηση μιας καθημερινής ρουτίνας.  Γιατί είναι τόσο σημαντική; Γιατί μπορεί να βοηθήσει τόσο εμάς που είμαστε ενήλικες όσο και τα παιδιά να διατηρήσουμε την αίσθηση της τάξης και του σκοπού στη ζωή μας παρά την μέχρι τώρα άγνωστη σε όλους μας απομόνωση και καραντίνα.

Θα μας βοηθήσει πολύ να προσπαθήσουμε να συμπεριλάβουμε τακτικές καθημερινές δραστηριότητες, όπως εργασία -πολλοί ήδη το κάνουμε- άσκηση -κάποια γυμναστήρια ανεβάζουν καθημερινά μικρό πρόγραμμα που δεν χρειάζονται όργανα γυμναστικής-
ή εκμάθηση -αμέτρητα τα εξ αποστάσεως προγράμματα-.  Διατηρώντας τη διαμορφωμένη στις τωρινές συνθήκες ρουτίνα, θα έχουμε τη δυνατότητα να προβλέπουμε όσο είναι δυνατόν και να σχεδιάσουμε την ημέρα μας, γεγονός που θα μας κάνει να αισθανθούμε ασφαλείς και σταθεροί. Επίσης μ’αυτόν τον τρόπο θα είναι πιο εύκολο να αντιμετωπίσουμε προβλήματα μνήμης και γνωστικής λειτουργίας.

Για όσους έχετε παιδιά είναι σημαντικό να βλέπουν εσάς να έχετε το διαμορφωμένο πρόγραμμά σας γιατί θα δώσει και σε εκείνα μια αίσθηση ασφάλειας και ελέγχου στο περιβάλλον τους. Εξάλλου ορισμένες από τις πιο σημαντικές δεξιότητες -αυτοέλεγχος, κοινωνικές δεξιότητες- τα παιδιά τις μαθαίνουν και μέσω της ρουτίνας.

Να θυμάστε πως είναι φυσιολογικό κάποιες στιγμές να αισθανόμαστε φόβο ή άγχος για την υγεία τη δική μας και των αγαπημένων μας, το εάν έχουμε αρκετές προμήθειες, τι θα γίνει με την εργασία μας, εάν θα μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στις υποχρεώσεις μας. Μη φοβάστε να ζητήσετε βοήθεια. Να θυμάστε πως δεν θα διαρκέσει για πάντα.

Η παρατεταμένη περίοδος στο σπίτι μπορεί επίσης να προκαλέσει πλήξη και μοναξιά -ειδικά για εκείνους που μένουν μόνοι-. Είναι φυσιολογικό. Δεν θα είναι όμως για πάντα.  Η αίσθηση της απώλειας της προσωπικής ελευθερίας που συνδέεται με την απομόνωση μπορεί να σας κάνει να αισθανθείτε θυμό, απογοήτευση και εκνευρισμό. Όπως επίσης θυμό προς εκείνους που φέρονται ανεύθυνα. Είναι απόλυτα φυσιολογικό αλλά είναι προσωρινό. 

Εάν είστε άρρωστοι ή έχετε εκτεθεί σε κάποιον που έχει COVID-19, μπορεί να αισθάνεστε ακόμα και στιγματισμένοι και να στεναχωριέστε. Ζητείστε βοήθεια. Ας θυμόμαστε όλοι, πως δεν είμαστε μόνοι, ακόμα και αν μένουμε σπίτι.

 

 

 

 

Ειρήνη με το φαγητό

IMG_20200309_134423

«Θα πεινάσεις για να τους ταΐσουμε καλύτερα;» έγραφε το φυλλάδιο που στο εξώφυλλό του είχε τη φωτογραφία ενός παιδιού. Στη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, το Πανεπιστήμιο της Μινεσότα, ζητούσε εθελοντές για ένα ιατρικό πείραμα ώστε οι ερευνητές να καταλήξουν ποιος θα ήταν ο καλύτερος τρόπος για να φροντίσουν τα θύματα του λιμού στην Ευρώπη.

Στο πείραμα που ξεκίνησε το 1944, οι εθελοντές για τους πρώτους τρεις μήνες κατανάλωναν φαγητό ανάλογα με το βάρος τους και αργότερα όχι μόνο περιόρισαν πάρα πολύ τις θερμίδες τους αλλά έπρεπε να τρέχουν και 40 χλμ την εβδομάδα.

Πέρα απ’τη μεγάλη απώλεια βάρους, οι επιπτώσεις ήταν και ψυχολογικές. Το φαγητό έγινε γρήγορα εμμονή. Οι συμμετέχοντες άρχισαν να ανταλλάσουν συνταγές και η σεξουαλική επιθυμία σταμάτησε. Ένας εθελοντής έκλεψε ένα γλυκό και κάποιοι άλλοι αποχώρησαν πριν το τέλος. Το πείραμα αναφέρεται ως πηγή μεταξύ των ακαδημαϊκών που ερευνούν διατροφικά θέματα.

Η βιολογική πείνα διαφοροποιείται σε πολλά σημεία από τη συναισθηματική. Η πρώτη συνήθως έρχεται σταδιακά, μέσω μηνυμάτων που στέλνει ο οργανισμός ότι χρειάζεται τροφή και η ανάγκη ικανοποίησης παρουσιάζει μεγαλύτερη δυνατότητα αναμονής. Αντίθετα, η συναισθηματική πείνα εμφανίζεται ξαφνικά ως ακατάσχετη επιθυμία λήψης τροφής, με άμεση και επιτακτική ανάγκη ικανοποίησης. Κυριαρχεί ο παρορμητισμός και η κατάποση του φαγητού γίνεται μηχανικά, χωρίς συνειδητοποίηση του ‘τι’ και του ‘πόσο’ τρώμε με αποτέλεσμα το αίσθημα του κορεσμού να μη γίνεται αντιληπτό.

Η σκέψη περιστρέφεται γύρω από το φαγητό ενώ σχεδόν πάντα οι τροφές που προτιμούνται είναι γλυκά και με πολλά λιπαρά. Ξεκινάει σαν αίσθηση από το λαιμό και το στόμα σε αντίθεση με τη βιολογική η οποία ξεκινάει από το στομάχι το οποίο αισθανόμαστε άδειο. Όταν τρώμε ψυχαναγκαστικά, οδηγούμαστε σε αισθήματα ενοχής, ντροπής και τύψεων πράγμα που δεν συμβαίνει όταν ικανοποιούμε τη βιολογική μας πείνα.

Λένε πως η καλύτερη δίαιτα είναι να μην κάνεις δίαιτα και πλέον η τάση του Intuitive Eating -όπως ονομάζεται- αποκτά όλο και περισσότερους υποστηρικτές. Το ζητούμενο είναι η ανοικοδόμηση μιας υγιούς εικόνας σώματος και η ειρήνη με το φαγητό. Η συνεχής ενασχόληση με τους κανόνες, ο θυμός προς τον εαυτό για την έλλειψη θέλησης, η απογοήτευση για την αποτυχία άλλης μιας δίαιτας, είναι εκείνα που δεν μας αφήνουν να έρθουμε σε επαφή με το σώμα μας. Το να είσαι σε επαφή με το σώμα σου, τις αισθήσεις σου είναι η αρχή και το πιο σημαντικό. Οι απαγορεύσεις τροφίμων και ο διαχωρισμός τους σε “καλές” και “κακές” τροφές θεωρώ πως είναι μη ρεαλιστικό σενάριο.

Το γνωρίζουν καλά όσοι έχουν προσπαθήσει να μπουν σε πρόγραμμα αποχής από τροφές με τις οποίες κάνουν υπερφαγία.  Το αποτέλεσμα είναι να περιμένουν πότε θα έρθει η ώρα να τελειώσει το πρόγραμμα για να φάνε αυτά που τόσο έχουν στερηθεί.  Δοκιμάστε να τρώτε τα πάντα σε μικρές ποσότητες και κυρίως, αρχίστε να ακούτε το σώμα σας. Από τη στιγμή που θα σας επιτρέψετε τότε θα “ησυχάσετε”. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πως έχουμε τη δυνατότητα, την επιλογή να κάνουμε κάτι και ας μην το κάνουμε ποτέ. Όταν σας επιτρέπετε, θα αρχίσετε να στέκεστε και σ’ άλλα πράγματα. Στην προετοιμασία και τον πειραματισμό του φαγητού, στο να τρώτε με ηρεμία και όχι με βιασύνη. Τότε θα αρχίσει να γίνεται μορφή και η απόλαυση. Κάποιος ίσως ρωτήσει τι γίνεται με τις μικρές ποσότητες ή άλλοι δυσκολεύονται  να καταλάβουν πότε πραγματικά χόρτασαν. Καταλήγουμε πάντα στο ίδιο. Επαφή με τις αισθήσεις και το σώμα. Χρειάζεται να σας εμπιστευτείτε.

Αρχίστε να σας παρατηρείτε, χωρίς να κρίνετε.  Πότε τρώτε ψυχαναγκαστικά; για ευκολία θα δώσω ένα παράδειγμα αρκετά κοινό για πολύ κόσμο που ταλαιπωρείται με διατροφικά θέματα.  Πολλοί τρώνε ψυχαναγκαστικά όταν θυμώνουν. Θυμώνουν ή με κάτι που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή ή μπορεί να συμβεί κάτι που να θυμίζει έναν παλιό θυμό ο οποίος δεν έχει εκφραστεί και είναι απλά ένας ανοιχτός λογαριασμός. Και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Η δράση είναι να φάνε. Στην πραγματικότητα, τρώνε το συναίσθημα του θυμού. Πότε “τρώμε” – “καταπίνουμε” τα συναισθήματά μας; όταν φοβόμαστε, όταν νιώθουμε απειλή. Εάν εγώ πιστεύω πως με το να εκφράσω τον θυμό μου θα καταστραφεί η σχέση με τον άλλον, ή ο άλλος μπορεί να θυμώσει, το να αναστρέψω, να καταπιώ τον θυμό μου είναι λιγότερο απειλητικό σενάριο. Έτσι, με το να με παρατηρώ, θα αποκτήσω επίγνωση. Γιατί είναι η επίγνωση το ζητούμενο; γιατί μόνο τότε θα μπορέσω να αλλάξω. Όταν μάθω πως έχω και άλλες επιλογές να εκφράσω τα συναισθήματά μου, τότε θα αλλάξει και η συμπεριφορά μου.

Η αλλαγή δεν έρχεται μέσα από τον έλεγχο ή την αποφυγή. Υπάρχει ένα υπαρξιακό παράδοξο όπου η αλλαγή συμβαίνει, όταν κάποιος γίνεται αυτό που είναι και όχι όταν προσπαθεί να γίνει αυτό που δεν είναι.

Συνεξάρτηση: Όταν η Ηχώ ερωτεύτηκε τον Νάρκισσο

συνεξάρτηση

Η συνεξάρτηση πρόκειται για έναν όρο ο οποίος προέρχεται από τη φιλοσοφία των ανωνύμων ομάδων αυτοβοήθειας που βασίζονται στο πρόγραμμα των 12 βημάτων. Αναφέρεται σε μια συμπεριφορά “διευκόλυνσης” ενός εξαρτημένου σημαντικού άλλου, σε βάρος του εαυτού.  Με τον όρο “διευκόλυνση” εννοούμε μια τάση για υπερπροστασία και έλεγχο, μια συμπεριφορά που διαιωνίζει την εξάρτηση του άλλου, εμποδίζοντάς τον ν’αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του. Η συμπεριφορά “διευκόλυνσης” των συζύγων, ή άλλων μελών της οικογένειας των αλκοολικών αρχικά ονομάστηκε “συν-αλκοολισμός” και στη συνέχεια, καθώς τα προγράμματα των 12 βημάτων επεκτάθηκαν και σε εξαρτήσεις από άλλες ουσίες και άλλες μορφές εξάρτησης (όπως πχ βουλιμία, τζόγος) υιοθετήθηκε ο όρος “συνεξάρτηση”.

Όμως, η συνεξάρτηση δεν προϋποθέτει πάντα την παρουσία ενός αλκοολικού ή γενικότερα εξαρτημένου από ουσίες σημαντικού άλλου, αλλά μπορεί να υπάρχει ανεξάρτητα από τη χημική εξάρτηση. Ο όρος χρησιμοποιείται και για να καθορίσει τις σχέσεις όπου ο ένας σύντροφος εμφανίζει μια χειριστική συμπεριφορά και ο άλλος, φοβούμενος την εγκατάλειψη, συμμορφώνεται. Αρκετοί άνθρωποι δυσκολεύονται πολύ να φύγουν από μια άσχημη σχέση και περιγράφουν καταστάσεις όπου όταν έρχονται κοντά στο σύντροφό τους, εκείνος αρχίζει και απομακρύνεται, και όταν εκείνοι απομακρύνονται με οδύνη, τότε ο σύντροφός τους επιστρέφει.

Ένας άνθρωπος με θέματα συνεξάρτησης, παρουσιάζει συγκεκριμένα μοτίβα συμπεριφοράς όπως στο να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ανιδιοτελή και αφιερωμένο στην ευημερία των άλλων, να ζητάει συνεχώς την αναγνώριση, να είναι εξαιρετικά πιστός και να παραμένει σε επιζήμιες καταστάσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, να εκφράζει τον θυμό και την επιθετικότητα με παθητικούς τρόπους, να χρησιμοποιεί το σεξ ενώ θέλει αγάπη, να προσελκύει τους άλλους προς το μέρος του, αλλά όταν έρθουν  κοντά, να τους ωθεί μακριά. 

Οι Hughes-Hammer, Martsolf, and Zeller’s (1998a) διαμόρφωσαν ένα μοντέλο για τη συνεξάρτηση.  Το μοντέλο αυτό αποτελείται από μια βασική έννοια: την εστίαση στους άλλους και την παραμέληση του εαυτού, και τέσσερις άλλες υπο-έννοιες: χαμηλή αυτοαξία, απόκρυψη εαυτού, προβλήματα υγείας, θέματα της οικογένειας καταγωγής.

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; ο Cermak (1991) θεωρεί τα χαρακτηριστικά της συνεξάρτησης συμπληρωματικά του ναρκισσισμού και αναφέρεται στο μύθο του Νάρκισσου και της Ηχούς. Η Ηχώ ελκύεται από το Νάρκισσο γιατί, σύμφωνα με τον Freud, ο ναρκισσισμός ενός ατόμου ασκεί μεγάλη έλξη σ’όσους έχουν απαρνηθεί μέρος του δικού τους ναρκισσισμού.

Κατά την περίοδο που τα παιδιά διαφοροποιούνται από τους γονείς τους, αναπτύσσουν δυο συμπληρωματικές ανάγκες. Η πρώτη, μια φυσιολογική ναρκισσιστική ανάγκη όπου αναζητούν την εκτίμηση των άλλων στις ικανότητές τους, και η δεύτερη μια ‘ηχωϊστική’ ανάγκη, η οποία αφορά στην ανάγκη τους να σχηματίσουν μια εξιδανικευμένη εικόνα για τους γονείς τους, με την οποία να συγχωνευθούν.  Όταν η ανάπτυξη είναι φυσιολογική, οι ναρκισσιστικές ανάγκες οδηγούν στην αυτοπεποίθηση, ενώ οι ηχωϊστικές στην ενσυναίσθηση του ενήλικα (Cermak, 1991). Ένας ναρκισσιστής γονιός έχει την τάση να απορρίπτει τις φυσιολογικές ναρκισσιστικές ανάγκες ενός παιδιού, ενώ αντίθετα, ένας γονιός με θέματα συνεξάρτησης, πυροδοτεί τις ναρκισσιστικές ανάγκες. Και στις δυο περιπτώσεις, οι αντίστοιχες ανάγκες παραμένουν στην παιδική τους μορφή και γίνονται ναρκισσισμός και συνεξάρτηση.

Οι Νάρκισσοι είναι οι πιο δυνατοί μαγνήτες για έναν άνθρωπο που κάνει σχέσεις εξάρτησης. Πολλές έρευνες ισχυρίζονται πως η συνεξάρτηση σχετίζεται με την κατάθλιψη  (Hughes-Hammer, Martsolf & Zeller, 1998; Doheny, 2000) και μπορεί να οδηγήσει σε πιο σύνθετα προβλήματα (Sadock & Sadock, 2000).

Οι αναφορές στη θεραπευτική αντιμετώπιση της συνεξάρτησης ακολουθούν διάφορες προσεγγίσεις όπως ατομική ή ομαδική ψυχοθεραπεία, τα 12 βήματα των Ανώνυμων Συνεξαρτημένων ή μια πιο συνθετική θεραπευτική προσέγγιση.  Το τι βοηθάει τον καθένα είναι καθαρά προσωπική επιλογή.

Το σημαντικό είναι να ζητήσει κάποιος βοήθεια και κυρίως να καταλάβει πως η ανάρρωση από τη συνεξάρτηση δεν βρίσκεται στο άλλο άτομο, ανεξάρτητα από το πόσο μπορεί να πιστεύει το αντίθετο.  Βρίσκεται στον εαυτό του και στους τρόπους με τους οποίους έχει προσπαθήσει να επηρεάσει τους άλλους. Βρίσκεται στην εμμονή, στον έλεγχο, στο θυμό και τις ενοχές, στην εξάρτηση από ιδιόμορφα άτομα, στην προσέλκυση από το ακατανόητο και την ανοχή σ’αυτό, που καταλήγουν σε εγκατάλειψη του εαυτού μας, σε προβλήματα επικοινωνίας και οικειότητας.

Κάποιος θα πει πως είναι φυσικό να θέλουμε να προστατεύσουμε και να βοηθήσουμε τους ανθρώπους για τους οποίους ενδιαφερόμαστε.  Είναι φυσικό να επηρεαζόμαστε και να αντιδράμε στα προβλήματα των άλλων. Η λέξη ‘αντιδρώ’ έχει ιδιαίτερη σημασία από την άποψη πως η συνεξάρτηση έχει έντονα το στοιχείο της αντίδρασης αφού οι συνεξαρτώμενοι αντιδρούν συνέχεια είτε υπερβολικά, είτε υποτονικά αλλά σπανίως δρουν.

Δεν είναι αφύσικο στο να αντιδρά κάποιος, αλλά το να μάθει πως να μην αντιδρά και να δρα με πιο υγιείς τρόπους είναι ένας σίγουρος τρόπος για να προστατεύσει τον εαυτό του. Δεν σημαίνει πως γινόμαστε απόμακροι ή σταματάμε να ενδιαφερόμαστε. Σημαίνει πως αγαπάμε και δημιουργούμε δεσμούς, χωρίς όμως να τρελαινόμαστε. Μαθαίνουμε πως κάθε άτομο είναι υπεύθυνο για τον εαυτό του και υιοθετούμε μια στάση που λέει ότι πρέπει να κρατιόμαστε μακριά από τις ευθύνες των άλλων και να φροντίσουμε για τις δικές μας. Παραχωρούμε στους άλλους και στον εαυτό μας την ελευθερία να είμαστε υπεύθυνοι και να εξελισσόμαστε.

Δεν είναι υποχρεωτικό να παίρνουμε τα πάντα προσωπικά και κατάκαρδα. Το να πω σε κάποιον “Αν μ’αγαπούσες/αν ήμουν σημαντική για σένα, δεν θα μ’αφηνες να περιμένω/θα απαντούσες στο μήνυμά μου/θα μίλαγες ειλικρινά” έχει νόημα όσο και το να πω σε κάποιον που έχει πνευμονία “Αν μ’αγαπούσες δεν θα έβηχες”.

Συνήθως, τα πράγματα έχουν να κάνουν με εμάς πολύ λιγότερο απ’ό,τι νομίζουμε. Εάν κάποιος π.χ. συνηθίζει σε μια σχέση όταν έρθει κοντά με τον άλλον ξαφνικά να απομακρύνεται, με τον ίδιο τρόπο θα σχετιστεί και στην επόμενη σχέση.  Το δικό του θέμα πιθανόν να έχει να κάνει με το πως κόβει την επαφή ή θέματα οικειότητας. Εάν εγώ στο σήμερα, νιώθω υπερβολικό πόνο ή καθήλωση για μια τέτοια αλλόκοτη συμπεριφορά, αυτό είναι το δικό μου θέμα. Αυτό που θα βοηθήσει είναι να μείνω λίγο σε μένα και να σκεφτώ, τι μου θυμίζει αυτή η συμπεριφορά που με καθηλώνει; από πού την ξέρω; Πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά πυροδοτούν κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.

Μέσα στη θεραπεία αναγνωρίζεται το βασικό τραύμα ή τραύματα και μπορεί ο άνθρωπος να κατανοήσει το ρόλο που διαδραμάτισε τόσο αυτό όσο και οι άλλοι σε αυτό το τραύμα. Μ’αυτό τον τρόπο θα σταματήσω να προσπαθώ να κάνω κάποιον άλλον ν’αλλάξει, θα σταματήσω να προσπαθώ με τη συμπεριφορά μου να ελέγξω, θα μάθω να διαχωρίζω τον εαυτό μου από τα πράγματα, θα γίνω εγώ γονιός του εαυτού μου και κυρίως θα σταματήσω να ταλαιπωρούμαι.

Δηλαδή, εάν γίνουν όλα αυτά, η σχέση θα καλυτερεύσει;

Όταν κάποιος παύει να καθρεφτίζει το ναρκισσιστή η σχέση τελειώνει γιατί είναι πολύ δύσκολο για εκείνον να σχετιστεί μ’ένα αυτόνομο άτομο. Το βασικό εμπόδιο της ανάπτυξης είναι ο φόβος για τον πόνο, η απροθυμία να μπούμε σε μια διαδικασία επίπονη, όπως η ψυχοθεραπεία. Επίπονη και συναρπαστική.

Κάποιον μου θυμίζεις

IMG_20200209_193028
Ένα απ’τα πιο συχνά ερωτήματα -που το ακούμε και σε διάφορες παραλλαγές- είναι το “πώς γίνεται αυτοί/ες που επιλέγω να μου συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο;”
Θεωρητικά είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε το είδος ανθρώπου που θα αγαπήσουμε αλλά στην πραγματικότητα η επιλογή μας είναι μάλλον πολύ λιγότερο ελεύθερη από ό,τι φανταζόμαστε. Οι περιορισμοί γύρω απ’τους οποίους μπορούμε να αγαπάμε και να νιώθουμε καλά προέρχονται από ένα μέρος που όλοι οι ψυχοθεραπευτές αρέσκονται να πηγαίνουν. Στην παιδική ηλικία. Η ψυχολογική ιστορία του καθενός μας προδιαθέτει να επιλέγουμε ορισμένους τύπους ανθρώπων.

Ψάχνουμε εκείνους που από πολλές απόψεις αναβιώνουν τα συναισθήματα αγάπης που γνωρίζαμε όταν ήμασταν μικροί. Το θέμα είναι ότι η αγάπη που πήραμε κατά την παιδική μας ηλικία δεν φτιάχτηκε μόνο από γενναιοδωρία, ευαισθησία και καλοσύνη. Δεδομένου το ότι οι γονείς είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη -παρ’όλη την αδιαμφισβήτητα καλή πρόθεσή τους- κάποιες φορές η αγάπη συνοδεύεται και με οδυνηρές πτυχές: την αίσθηση πως δεν είμαι αρκετά καλός, μια αγάπη για έναν γονέα νάρκισσο ή καταθλιπτικό ή εύθραυστο ή η αίσθηση πως ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι πλήρως ευάλωτος γύρω από έναν φροντιστή.

Έτσι, στην ενήλικη ζωή μας θα βρούμε συντρόφους που κάτι στην συμπεριφορά τους θα μας είναι οικείο και θα το έχουμε ξαναζήσει.  Δεν δίνουμε σημασία και ευκαιρία σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν τη λαχτάρα μας για πολυπλοκότητες που έχουμε συνδέσει με την αγάπη. Μπορεί να περιγράψουμε κάποιον ως “βαρετό” όταν στην πραγματικότητα εννοούμε: είναι απίθανο να με κάνει να υποφέρω με τον τρόπο που πρέπει να υποφέρω για να αισθανθώ ότι η αγάπη είναι πραγματική.

Πολλοί λένε πως η λύση είναι απλά να προσπερνάμε αυτούς που έχουν ιδιόμορφη συμπεριφορά και μας ελκύουν και να βρούμε κάποιον με πιο υγιή συμπεριφορά. Θεωρητικά είναι μια καλή λύση και συχνά πρακτικά αδύνατη. Αντί να επιδιώκουμε να αλλάξουμε προτιμήσεις θα ήταν καλύτερο να προσαρμόσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούμε σε συμπεριφορές οικείες που στο τώρα, αν και ενήλικοι μας καθηλώνουν.

Κάτι που επαναλαμβάνω πολύ συχνά γιατί γνωρίζω τη χρησιμότητα της ψυχοεκπαίδευσης είναι πως πολλές φορές τα συναισθήματά μας δεν γεννιούνται από την τρέχουσα κατάσταση και δεν αφορούν στην πραγματικότητα το εν λόγω πρόσωπο, αλλά μια συμπεριφορά τους αναπαράγει-πυροδοτεί κάτι που μας συνέβη πριν πολύ καιρό.  Στο τότε, το είχαμε βιώσει πραγματικά τραυματικά γιατί ένα παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει γνωστικά αυτά που του συμβαίνουν και δεν έχει και επιλογές. Στο σήμερα, εάν κάποια συμπεριφορά επαναληφθεί, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να γυρίσω πάλι πίσω στο παλιό, παρόλο που γνωστικά θα λέω “μα δεν είναι δυνατόν”.  Σ’αυτό ακριβώς το σημείο θα γίνει η παρέμβασή μου και πλέον θα αντιδράσω ως ενήλικας  και όχι ως το παιδί που ήμουν τότε. Για παράδειγμα εάν ως παιδί δεν έπαιρνα την προσοχή που ήθελα και δεν ήξερα τον τρόπο να τη ζητήσω, τότε θα έβρισκα έμμεσους τρόπους για να πάρω αυτό που είχα ανάγκη.

Στο σήμερα, εάν ο/η σύντροφός μου είναι απορροφημένος με τη δουλειά του και εγώ αντιδράσω όπως παλιά, τότε είτε θα το μεταφράσω “δεν νοιάζεται αρκετά, δεν είμαι αρκετά σημαντικός/ή” ή θα αντιδράσω χειριστικά για να πάρω αυτό που χρειάζομαι. Ένας ενήλικας, που γνωρίζει και έχει δουλέψει τα θέματά του, έστω και αν πυροδοτηθεί ένα παλιό συναίσθημα θα έχει τη δυνατότητα να σκεφτεί κάτι όπως: “έχει δουλειά, έχω και εγώ δουλειά και είναι εντάξει”.  Γιατί θα γνωρίζει πως στο σήμερα έχει πάντα επιλογές.

Δεν προτρέπω, ούτε υπονοώ να μένουμε σε καταστάσεις δύσκολες και ταλαιπωρητικές για να δούμε και να επιλύσουμε τα παλιά μας τραύματα.  Όμως, ως ενήλικες μπορούμε να αποκτήσουμε τις ικανότητες που θα μας επιτρέψουν να πειραματιστούμε με τις προκλήσεις του “εδώ και τώρα” που ως παιδιά στο “εκεί και τότε” δεν μπορούσαμε.

Let’s get physical

Η άσκηση είναι γνωστό ότι σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο θνησιμότητας από αιτίες όπως αυτές της καρδιαγγειακής νόσου, του εγκεφαλικού επεισοδίου και διαβήτη, αλλά η σχέση της με την ψυχική υγεία ήταν μέχρι πρότινος ασαφής. Στόχος μια μεγάλης έρευνας που δημοσιεύθηκε στο ψυχιατρικό περιοδικό “The Lancet Psychiatry” ήταν να εξετάσει τη συσχέτιση μεταξύ άσκησης και ψυχικής υγείας σε ένα μεγάλο δείγμα, έτσι ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα την επιρροή του τύπου άσκησης, της συχνότητας, της διάρκειας και της έντασης.Η μελέτη που έγινε σε περίπου 1,2 εκατομμύρια ανθρώπους, έδειξε πως όσοι ασκούνται τακτικά έχουν κατά μέσο όρο μιάμιση μέρα λιγότερη κακής-δύσκολης ψυχικής υγείας μέσα στο μήνα σε σχέση με όσους δεν ασκούνται καθόλου. Η άσκηση για 45 λεπτά από τρεις έως πέντε φορές την εβδομάδα, έδειξε πως έχει τα μεγαλύτερα οφέλη στη διάθεσή μας και πως σχετίζεται με καλύτερη ψυχική υγεία ανεξαρτήτως ηλικίας, φυλής, φύλου, εισοδήματος και μόρφωσης.Μέσα στο μήνα ένας άνθρωπος που δεν ασκείται, έχει κατά μέσο όρο 3,4 μέρες που δεν νιώθει καλά ψυχολογικά, ενώ όποιος ασκείται, έχει δύο μέρες κακής ψυχολογίας. Η άσκηση είναι πιο ωφέλιμη για όσους είχαν στο παρελθόν διαγνωσθεί με κατάθλιψη (επτά μέρες καλής διάθεσης έναντι 11 ημερών για όσους δεν ασκούνται).Από τα διάφορα είδη άσκησης, το μεγαλύτερο ψυχικό όφελος φαίνεται να προσφέρουν κατά σειρά τα ομαδικά αθλήματα, το ποδήλατο, η αεροβική άσκηση και το γυμναστήριο.Ενδιαφέρον έχει να αναφέρουμε πως η ίδια μελέτη έδειξε πως εκείνοι που πίστευαν πως όσο περισσότερο ασκούνταν, τόσο καλύτερα θα ένιωθαν, κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Η άσκηση για πάνω από 90 λεπτά την ημέρα σχετίζεται με χειρότερη ψυχική υγεία και αυτό πιθανόν έχει να κάνει με ψυχαναγκαστική συμπεριφορά η οποία αυξάνει την πιθανότητα ψυχικής αστάθειας. Έτσι λοιπόν, πάντα με μέτρο, για σένα νοιάσου και γυμνάσου.