Το συντροφικό παρελθόν μας ανήκει

“Γνώρισα κάποιον που μου αρέσει πολύ. Αμέσως μιλήσαμε για προηγούμενες σχέσεις και του είπα με όλη μου την ειλικρίνεια τι ακριβώς είχε συμβεί με την τελευταία μου σχέση και πόσο άργησα να την ξεπεράσω. πολύ γρήγορα άλλαξε η συμπεριφορά του. φέρεται όπως μου φερόταν και ο πρώην μου. λες και το κάνει επίτηδες. δεν καταλαβαίνω τι λάθος έκανα. ήμουν απόλυτα ειλικρινής”.

Ποτέ δεν λέμε σε κάποιον που μόλις γνωρίσαμε πόσο άσχημα μας αντιμετώπισαν σε μια προηγούμενη σχέση. Τις περισσότερες φορές εξέλιξή της θα εξαρτηθεί και από τη δική μας αφήγηση για το πόσο άσχημα μπορεί να μας φέρθηκε ένας προηγούμενος σύντροφος. Πολύ λίγοι άνθρωποι θα σας αντιμετωπίσουν καλύτερα από την τελευταία σχέση που περιγράφετε.

Για να σας δώσω ένα παράδειγμα -που μπορεί να σας φανεί ακραίο αλλά είναι αληθινό- ένας φίλος μου ήταν ερωτευμένος με μια κοπέλα. Όταν τους είδα μαζί μου έκανε εντύπωση που της φερόταν άσχημα και τον ρώτησα γιατί συμπεριφέρεται σαν άξεστος βλάκας, ενώ δεν είναι. Συνοφρυωμένος μου απάντησε “Νάσια, μ’ενοχλεί που αγαπούσε τον πρώην της τόσο, ώστε να ανεχτεί τόσα πολλά. Ο μόνος τρόπος για να καταλάβω εάν με αγαπάει περισσότερο από εκείνον, είναι να δω αν θα ανεχθεί τα ίδια ή και περισσότερα από εμένα”.

Όταν λέτε πόσο άσχημα σας αντιμετώπισε κάποιος, όχι μόνο του λέτε πόσο λίγο σας σεβάστηκε, αλλά, κυρίως πόσο εσείς οι ίδιοι δεν σεβαστήκατε τον εαυτό σας με το να μένετε σε μια τέτοια σχέση. Πολύ απλά, δεν μιλαμε άσχημα για το παρελθόν μας. Ειλικρίνεια δεν σημαίνει εξιστορώ όλη μου τη ζωή σε κάποιον που μόλις γνώρισα. Δεν είναι ο φίλος ή η φίλη μας για να μοιραζόμαστε τέτοιες πληροφορίες. Όταν και εάν σας ρωτήσει “και γιατί χωρίσατε;” μπορείτε να απαντήσετε κάτι ευγενικό όπως “Τον/την συμπαθούσα σαν άνθρωπο, είχε πολλά καλά στοιχεία, μου φέρθηκε πολύ καλά, απλά θέλαμε διαφορετικά πράγματα”. Μην πετάτε έτσι το παρελθόν σας. Λέει πολλά για εσάς και δεν σας χρησιμεύει πουθενά.

Φιλία με τους πρώην: Ναι ή όχι;

wp-1591873940941.png
Πριν λίγες μέρες στο διπλανό διάδρομο του γυμναστηρίου άκουσα άθελά μου μια συζήτηση. Μια κοπέλα έλεγε στη φίλη της πως το βράδυ θα έβγαινε για το καθιερωμένο ποτό με τον πρώην της. Μπορούν δυο πρώην σύντροφοι να είναι φίλοι και σε τι ακριβώς εξυπηρετεί μια τέτοια σχέση όταν δεν υπάρχουν παιδιά;

Για εκείνον που “εγκαταλείφθηκε” -όσο και αν αυτό έγινε με ωραίο τρόπο- μια υπόσχεση φιλίας μοιάζει με καθησυχαστικό καφέ της παρηγοριάς. Μπορεί να μην μπορείς να μοιράζεσαι πλέον το κρεβάτι με τον άλλον, ή να έχετε μια καθημερινότητα, αλλά τουλάχιστον κάτι μπορεί να διασωθεί απ’την τέφρα: θα μπορείς να τον παίρνεις τηλέφωνο, να συναντιέστε, να ανταλλάζετε ευχές σε γενέθλια και γιορτές, να μαθαίνεις νέα, να μοιράζεσαι αγωνίες, χαρές, να συναντιέστε.

Για εκείνον που παίρνει την απόφαση να φύγει, η υπόσχεση φιλίας είναι μια ελκυστική επιλογή ως προς το ότι μπορεί μεν να μην θέλει τον άλλον, αλλά δεν είναι και εντελώς απαλλαγμένος από συναισθήματα για τον πολύ σύντομα πρώην. Μπορεί να μη θέλει να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του μαζί του, αλλά ούτε και να απορρίψει και όλες τις σεξουαλικές πιθανότητες. Εξάλλου πάντα πιστεύουμε για τον εαυτό μας πως δεν είμαστε τέρατα και πως οι καλοί άνθρωποι πάντα προσπαθούν να είναι φίλοι με τους πρώην τους.

Κάποιος θα σκεφτεί “έλα τώρα, μεγάλοι και πολιτισμένοι άνθρωποι είμαστε. τι θα κάνουμε δηλαδή; είναι δυνατόν να μην ξαναδείς κάποιον που αγαπάς και έχεις μοιραστεί τόσα;” Δεν θέλω να σταθώ στο ψυχολογικό προφίλ κάποιου που επιλέγει να παραμείνει φίλος με τον/την πρώην αλλά πιστεύω πως κάτι τέτοιο είναι καταστροφικό αν όχι και για τις δύο πλευρές σίγουρα για τη μια.

Για εκείνον που μένει πίσω, το βήμα από εραστή σε φίλο είναι μια ταπεινωτική υποβάθμιση. Από την ιδέα ενός κοινού μέλλοντος σε ένα ποτό μια στις τόσες είναι παρακμή.  Κάθε φορά που θα βλέπεις τον/την πρώην θα ελπίζεις πως όλα θα ξαναγίνουν όπως πριν και όσο η προσδοκία σου ματαιώνεται θα στεναχωριέσαι, θα θυμώνεις και θα είσαι εκείνος που μπερδεύει την ελπίδα με την ψευδαίσθηση. Αυτός δεν είναι τρόπος να αποκτήσεις ένα φίλο.

Για εκείνον που έφυγε, ο πρώην είναι μια υπενθύμιση της ενοχής και της σκληρότητας. Πόσο μπορείς να είσαι χαλαρός και ειλικρινής σ’αυτή τη “φιλία”; Κάποιες φορές ίσως και θα σου περνάει απ’το μυαλό μήπως παρεξηγηθούν οι προθέσεις σου, ή μια κίνηση τρυφερότητας ο άλλος θα την ερμηνεύσει αλλιώς και το χαλαρό ποτό και υπό την επήρεια του αλκοόλ θα καταλήξει σε κλάματα, όταν ο άλλος θα προσπαθεί να σου πιάσει το χέρι και εσύ θα τραβιέσαι αναστενάζοντας.

Η ιδέα να προσπαθήσουμε να γίνουμε φίλοι είναι μια σχεδόν συγκινητική προσπάθεια να τιμήσουμε τις καλύτερες πλευρές μιας σχέσης στην οποία δύο άνθρωποι επένδυσαν, αλλά ουσιαστικά υποτιμάει την έννοια της πραγματικής φιλίας.

Την αγάπη που ακόμα νιώθουμε για έναν άνθρωπο δεν γίνεται να την αντικαταστήσουμε με τη φιλία, αλλά με μια πιο ειλικρινή κατάσταση: την ευγενική απόσταση. Μαζί και με μια διαβεβαίωση πως αυτή η σχέση θα μπορεί να υπάρχει για πάντα σ ένα ασφαλές μέρος.
στη μνήμη.

Μια άβολη σχέση: Εμείς και τα χρήματα

“Ξέρω πολύ καλά τι πρέπει να κάνω για να βάλω σε τάξη τα οικονομικά μου -χρησιμοποιώ διάφορα apps, διαβάζω- όμως στην πορεία κάπου το χάνω. Έχω σταθερή δουλειά, βγάζω χρήματα, όποτε χρειαστώ βοήθεια η οικογένειά μου είναι πρόθυμη να βοηθήσει.  Είχα διαβάσει πως γενικά η οικονομία εξαρτάται πολύ από τον ψυχολογικό παράγοντα. Υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω για να με βοηθήσω;”

Η σχέση μας με τα χρήματα είναι περίπλοκη και ισόβια. Διαμορφώνει τη στάση μας απέναντι σε άλλους ανθρώπους, συνδέει και χωρίζει γενιές. Τα χρήματα είναι η αρένα στην οποία παίζεται η απληστία και η γενναιοδωρία, ο τρόπος που δείχνω την αγάπη μου, εκεί που ασκείται η σοφία και η αίσθηση της ταυτότητας πολλών παίρνει μορφή. Ιδέες όπως η ελευθερία, η επιθυμία, η εξουσία, η εργασία, η φήμη, επικυρώνονται σχεδόν πάντα μέσα και γύρω από τα χρήματα.

Προσδίδουμε ιδιότητες και αναπτύσσουμε συμπεριφορές σε σχέση με τα χρήματα ενώ ταυτόχρονα το να μιλάμε για αυτά θεωρείται ταμπού. Πολλοί μεγαλώσαμε μαθαίνοντας ότι τα χρήματα είναι από τα θέματα που καλό θα είναι να αποφεύγουμε να συζητάμε σε παρέες και πως είναι αδιακρισία και αγένεια να ρωτάς ακόμα και έναν φίλο πόσα βγάζει.

Ακόμα και αν αφήσουμε στην άκρη το κοινωνικό ταμπού υπάρχουν και πρακτικά εμπόδια που κάνουν τη σχέση μας με τα χρήματα περίπλοκη. Απ’τη μια στα σχολεία δεν υπάρχει μάθημα για την καλλιέργεια του οικονομικού εγγραματισμού και απ’την άλλη αισθανόμαστε ντροπή και ενοχή που δεν έχουμε αποκτήσει αυτές τις δεξιότητες. Η ντροπή μας εμποδίζει να είμαστε ειλικρινείς και έτσι δυσκολευόμαστε να αναζητήσουμε την κατάλληλη βοήθεια.

Η σχέση μας με τα χρήματα είναι τεράστιο θέμα και το να είναι κάποιος καλός ή κακός στη διαχείρισή τους τις περισσότερες φορές αντιμετωπίζεται με όρους ηθικής. Σωστά είχες διαβάσει πως τα χρήματα και η ψυχολογία είναι άμεσα συνδεδεμένα. Εκείνοι που δεν ασχολούνται με τη συναισθηματική πλευρά της διαχείρισής τους, οι πρακτικές συμβουλές θα είναι αποτελεσματικές μέχρι ένα σημείο.

Το χρήμα και η επιρροή που αυτό έχει στις σχέσεις μας θα είναι το θέμα των επόμενων σημειωμάτων.

Αφήστε πίσω τις πικρίες

the devil wears prada

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχουν δημοσιευθεί αρκετές έρευνες σχετικά με τη θετική επίδραση της συγχώρεσης, δηλαδή με την συνειδητή απόφαση που παίρνουμε να αφήσουμε οριστικά πίσω μας αισθήματα πικρίας ακόμα και επιθυμία αντεκδίκησης προς αυτούς που κάποια στιγμή μας αδίκησαν. Τώρα, μια νέα μελέτη -που βασίζεται σε ένα μικρό δείγμα στο χώρο εργασίας- υποστηρίζει τη σημασία που έχει η ικανότητα να υπερβαίνουμε πικρίες και αρνητικά συναισθήματα για τη βελτίωση της ευημερίας και της παραγωγικότητας σε επαγγελματικά περιβάλλοντα.

Οι συγκρούσεις μεταξύ των συναδέλφων είναι αναπόφευκτες και συνδέονται με το στρες, προβλήματα υγείας (ψυχικά και σωματικά) και χαμηλή παραγωγικότητα. Οι ερευνητές ανέλαβαν να διερευνήσουν το ρόλο της συγχώρεσης στη βελτίωση αυτών των αρνητικών επιπτώσεων.

Οι συμμετέχοντες – περισσότεροι από 200 εργαζόμενοι – απάντησαν σε ερωτηματολόγια σχετικά με την παραγωγικότητα και την ευημερία τους σε σχέση με την ικανότητά τους να υπερβαίνουν αισθήματα πικρίας και απογοήτευσης που έχουν προκληθεί από άλλους συναδέλφους τους.

Στο πρώτο στάδιο της έρευνας ζητήθηκε από τους εργαζόμενους να επικεντρωθούν σε ένα συγκεκριμένο περιστατικό που τους συνέβη και να περιγράψουν πώς πίστευαν ότι τους επηρέασε. Το δεύτερο ερωτηματολόγιο διερεύνησε τη γενική τάση των συμμετεχόντων να είναι ειλικρινείς και τις εργασιακές τους συνήθειες τον προηγούμενο μήνα.

Και στις δύο περιπτώσεις, η ικανότητα των εργαζόμενων να υπερβαίνουν τα αρνητικά συναισθήματα για τους συναδέλφους τους συνδέθηκε με την αύξηση της παραγωγικότητας, λιγότερες μέρες απουσίας από την εργασία και με λιγότερα προβλήματα ψυχικής και σωματικής υγείας, όπως θλίψη και πονοκεφάλους.

Αυτή η νέα έρευνα είναι σημαντική τόσο για τους εργαζόμενους όσο και για τους εργοδότες, καθώς η συσσώρευση αισθημάτων πικρίας για συναδέλφους επηρεάζει αρνητικά τα άτομα και τους οργανισμούς στο σύνολό τους. Το κόλλημα σε αρνητικά συναισθήματα μετά από μια σύγκρουση μπορεί να οδηγήσει σε απεμπλοκή από την εργασία, έλλειψη συνεργασίας και επιθετική συμπεριφορά. Η μνησικακία συνδέεται επίσης με αυξημένο άγχος και συναισθήματα ή συμπεριφορές όπως ο θυμός, η εχθρότητα και η εκδίκηση.

Δεδομένου ότι πολλοί άνθρωποι που βρίσκονται σε σύγκρουση πρέπει να συνεχίσουν να συνεργάζονται, η απόφασή τους να υπερβούν τα συναισθήματα που προκαλεί η σύγκρουση μπορεί να αποτελέσει ένα αποτελεσματικό εργαλείο αντιμετώπισης και ένας τρόπος για την αποκατάσταση των σχέσεων και της εμπιστοσύνης. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι εγκρίνουμε ή αγνοούμε την κακή συμπεριφορά. Κάθε χώρος εργασίας οφείλει να διαθέτει διαδικασίες παρέμβασης και αντιμετώπισης κακοποιητικών συμπεριφορών.

Πώς υπερβαίνουμε τα αρνητικά συναισθήματα που προκαλούν οι συγκρούσεις στην εργασία.

  • Η συμπεριφορά των Διευθυντών-Προϊσταμένων έχει τη μεγαλύτερη επίδραση στην οργανωτική κουλτούρα. Αυτή είναι που θέτει όρους και δημιουργεί κλίμα.
  • Ζητήστε συγγνώμη και επιχειρήστε να αποκαταστήσετε δύσκολες σχέσεις. Όταν δεν αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τα λάθη μας, η δυσπιστία μεγαλώνει και ο φόβος για κάτι που συμβαίνει μπορεί να είναι χειρότερος ακόμα και από το αρχικό συμβάν.
  • Αποκαταστήστε την εμπιστοσύνη δουλεύοντας σε ένα κοινό έργο, δημιουργώντας νέες εμπειρίες και αναμνήσεις συνεργασίας.

Υπάρχει ένα παλιό ρητό που λέει: “Η δυσαρέσκεια είναι σαν να παίρνεις δηλητήριο και να περιμένεις το άλλο άτομο να πεθάνει.”

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στις 20/6/2018 στο επιχειρώ

Η αγένεια ως μεταδοτική ασθένεια

cof

Θα έπρεπε ίσως να είναι αυτονόητο και μάλιστα όσον αφορά τις σχέσεις στους χώρους εργασίας ότι η ευγένεια είναι καταλυτικός παράγοντας στην παραγωγικότητα αλλά φαίνεται ότι αρκετοί και ιδιαίτερα οι επικεφαλής βλέπουν την αγένεια ως σκήπτρο εξουσίας με το οποίο ασκούν τις αρμοδιότητες τους. Αυτό αποκαλύπτει στο βιβλίο της Mastering Civility η Christine Porath η οποία ξεχωρίζει πέντε στοιχεία που αποκαλύπτουν την ύπαρξη μιας κουλτούρας ευγένειας και συναδελφικής αλληλεγγύης.

Η αγένεια έχει τοξική επίδραση όχι μόνο στη δημιουργικότητα αλλά και στην επίλυση απλών προβλημάτων.  Σ’αυτό το πείραμα οι συμμετέχοντες απ’τους οποίους ζητήθηκε να κάνουν μια δουλειά ρουτίνας -ενώ είχε προηγηθεί ένα περιστατικό υποτίμησης της ομάδας- δεν έπεσε μόνο η απόδοση κατά 33% αλλά είχαν και 39% λιγότερες ιδέες.  Το πιο ενδιαφέρον και αποκαλυπτικό όμως είναι πως ακόμη και εκείνοι που ήταν απλά μάρτυρες σε κάποιο περιστατικό αγένειας, η επίδοσή τους στα ίδια τεστ, μειώθηκε κατά 20% και 30% αντίστοιχα.

Όταν οι επικεφαλής συμπεριφέρονται πολιτισμένα τότε αυξάνεται η παραγωγικότητα, η δημιουργικότητα και τα όποια λάθη ή παραλείψεις εντοπίζονται εγκαίρως μειώνοντας ακόμα και τη συναισθηματική εξάντληση.  Με τη σειρά τους όταν οι εργαζόμενοι συμπεριφέρονται ευγενικά και είναι προσεκτικοί στον τρόπο που μιλάνε, δεν διακόπτουν τους άλλους και χαμογελάνε μπορούν να γίνουν παράδειγμα προς μίμηση βελτιώνοντας έτσι ολόκληρη την κουλτούρα ενός οργανισμού.

Οι πέντε παράγοντες που συμβάλουν στην ύπαρξη αρμονικού κλίματος είναι οι παρακάτω:

  1. Διαμοιρασμός των πόρων.  Σ’ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον το να μοιράζομαι μπορεί να φαίνεται αντιφατικό.  Ωστόσο, έχει παρατηρηθεί ότι οι άνθρωποι που μοιράζονται περισσότερα από τους πόρους τους είναι πιο ευτυχισμένοι και πιο επιτυχημένοι από εκείνους που δίνουν λιγότερα ή καθόλου.  Εάν μάλιστα θέλουμε να το δούμε από καθαρά ψυχολογική πλευρά ένας άνθρωπος που αισθάνεται ασφαλής με τον εαυτό του και το έργο που προσφέρει δεν νιώθει την ανάγκη να κρύβει τις γνώσεις του, την εμπειρία του και να μη βοηθάει τον διπλανό του.
  2. Να μοιράζομαι την επιτυχία.  Κανείς δεν θέλει να συνεργάζεται με κάποιον που καρπώνεται μια ομαδική επιτυχία ως προσωπική, αλλά δεν αναλαμβάνει το μερίδιο της ευθύνης του για μια συλλογική αποτυχία.  Η έρευνα δείχνει πως όσα στελέχη, προϊστάμενοι, διευθυντές επιδεικνύουν ταπεινότητα και ξέρουν να επαινούν, οι εργαζόμενοι που δουλεύουν στην ομάδα τους είναι πιο αφοσιωμένοι, ικανοποιημένοι με τη δουλειά τους και πιστοί στον οργανισμό.
  3. Ένδειξη ευγνωμοσύνης.  Όταν ευχαριστείς τους άλλους για τη συνεισφορά τους οι εργασιακές σχέσεις βελτιώνονται και όπως δείχνει και η έρευνα, οι υπάλληλοι βιώνουν μεγαλύτερη αυτοαξία, εμπιστοσύνη και με τη σειρά τους βοηθούν τους συναδέλφους τους.
  4. Πρόσβαση στην αξιολόγηση.  Δεν μιλάμε μόνο για την ατομική αξιολόγηση αλλά όταν οι υπάλληλοι γνωρίζουν την κατάσταση του οργανισμού ή της εταιρείας αυξάνεται το αίσθημα του ανήκειν, της συμμετοχής και αυτό συμβάλει περαιτέρω στην απόδοση.  Εξυπακούεται πως στην ατομική αξιολόγηση είναι σημαντικό να επικεντρώνεται κάποιος στα πλεονεκτήματα παρά στους περιορισμούς καθώς οι ομάδες με υψηλές αποδόσεις είναι εκείνες που μοιράζονται έξι φορές περισσότερα θετικά σχόλια από εκείνες που το κάνουν λιγότερο.
  5. Κοινός σκοπός-όραμα.  Σε γενικές γραμμές οι άνθρωποι θέλουμε να κάνουμε μια δουλειά που να μας δίνει νόημα και να νιώθουμε ότι συνεισφέρουμε σε κάτι μεγάλο, σε κάτι που έχει αξία στο κοινωνικό σύνολο.

Για μια εταιρεία ή έναν οργανισμό το να ενθαρρύνει τη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας που προάγει την ευγένεια και βελτιώνει την υγεία, τις επιδόσεις και την αφοσίωση των εργαζομένων, μόνο καλό μπορεί να είναι.

Κάθε μέρα λίγο πιο κοντά

shameΠριν λίγο καιρό γνώρισα κάποιον. Ενώ θέλω πολύ να αφεθώ και να πάω πιο κοντά δυσκολεύομαι, έχω πολύ άγχος που ευτυχώς όμως κρύβω. Για να καταλάβεις, είναι σαν να έχω μια εσωτερική φωνή που μου λέει συνέχεια όλα όσα πρέπει να κάνω για να τα καταφέρω όμως εξωτερικά παγώνω και δεν κάνω τίποτα. Θέλω να μου πεις συγκεκριμένα βήματα που πρέπει να ακολουθήσω.  καταλαβαίνω πως μάλλον έχω θέμα όμως μπορείς να μου δώσεις μερικές γρήγορες και εύκολες συμβουλές χωρίς αναφορές στο παρελθόν κλπ; τώρα τι κάνουμε!”.

Ένας συντριπτικά μεγάλος αριθμός προβλημάτων στις σχέσεις συνοψίζεται σε δυο φράσεις: Κάποιος στέκεται πολύ μακριά. Κάποιος στέκεται πολύ κοντά. Το να καταφέρεις να έχεις τη σωστή απόσταση από έναν άνθρωπο πρόκειται για ένα κατόρθωμα εφικτό μόνο όταν μάθεις τον τρόπο να αναγνωρίσεις ότι χρειάζεσαι την αγάπη του, όταν εμπιστευτείς πως και εκείνος θα σε χρειαστεί και βεβαίως να πιστεύεις πως θα μπορέσεις να ζήσεις και χωρίς αυτόν.

Αυτές οι δυο τάσεις -τώρα θα σταθώ σ’αυτή που σε αφορά- προέρχονται από εκεί που θα προτιμούσες να μην αναφερθώ, πράγμα δύσκολο γιατί τα τραυματικά γεγονότα που έχουμε βιώσει στην παιδική μας ηλικία έχουν δημιουργήσει μοτίβα και συνήθειες αρνητικών σκέψεων, συναισθημάτων και συμπεριφορών, οι οποίες με τη σειρά τους γίνονται αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Γινόμαστε εκείνοι που νιώθουμε ασφαλείς όταν είμαστε μακριά, γιατί η αρχική μας απόπειρα προσέγγισης έληξε μάλλον άδοξα. Για ένα παιδί αυτό μεταφράστηκε ως απόρριψη, ντροπή, μπέρδεμα, αβεβαιότητα, κυρίως όμως ήταν κάτι που δεν ήξερε να το αντιμετωπίσει. Ασυνείδητα αποφάσισε πως τέτοια μορφή έκθεσης δεν θα ξανασυμβεί ποτέ. Έτσι λοιπόν στο τώρα, στην παραμικρή υπόνοια απογοήτευσης ή απόρριψης -ή για να είμαι πιο ακριβής αυτό που ερμηνεύει ως απόρριψη- για να αποφύγει τον πόνο θα σηκώσει τοίχους για να αποφευχθεί η οικειότητα που στο τότε δεν του παρείχε ασφάλεια. Ο μεγαλύτερος φόβος που βιώνει είναι αυτός της οικειότητας, με δευτερεύοντα φόβο αυτόν της εγκατάλειψης.

Οι περισσότεροι θέλουμε και έχουμε ανάγκη από αγάπη και εγγύτητα.  Ο φόβος, όμως, είναι εξίσου ισχυρή δύναμη και ανταγωνίζεται αυτή μας την ανάγκη. Παρόλο που οι ανάγκες μένουν ακάλυπτες όταν δεν ερχόμαστε κοντά, μπορεί να νιώθουμε μεγαλύτερη ασφάλεια όταν δεν το κάνουμε. Με τον τρόπο αυτό, δεν διακινδυνεύουμε την αβεβαιότητα που προκύπτει από τη στενή συναισθηματική σχέση με έναν άλλον άνθρωπο. Δεν διακινδυνεύουμε να πρέπει να δείξουμε αυτό που είμαστε, κάτι που περικλείει τη συναισθηματική ειλικρίνεια, αλλά και την πιθανή απόρριψη των συναισθημάτων μας. Δεν διακινδυνεύουμε την εγκατάλειψή μας από τους άλλους. Δεν βιώνουμε την αμηχανία που συνεπάγεται η αρχή μιας σχέσης που για πολλούς είναι πραγματικά αφόρητη.

Η στενή επαφή, η οικειότητα έχουν συχνά ως συνέπεια την αίσθηση της απώλειας του ελέγχου. Η οικειότητα θέτει σε δοκιμασία τους βαθύτερους φόβους μας για το ποιοι είμαστε και για το εάν είναι αποδεκτό να είμαστε ο εαυτός μας. Απαιτείται ειλικρίνεια, αυθορμητισμός, εμπιστοσύνη, αποδοχή του εαυτού μας και αποδοχή των άλλων.

Ζητάς γρήγορη λύση σε κάτι που σε ταλαιπωρεί και το καταλαβαίνω. Ξέρεις, η αντίσταση στην επιθυμία να βρισκόμαστε μακριά ή κοντά, για κάποιους είναι δουλειά χρόνων. Δεν είναι πάντα εύκολο να περιγράψεις στον άλλον αυτό που σου συμβαίνει, να μην έχεις την ανάγκη να κρύβεσαι στην παραμικρή υπόνοια απόρριψης. Δεν είναι εύκολο να αφήνεις χώρο στον άλλον ελπίζοντας πως θα επιστρέψει και ταυτόχρονα να έχεις και τη σιγουριά πως και να μην επιστρέψει, θα επιβιώσεις.

Η προσέγγιση μπορεί να φαίνεται τρομακτική αλλά δεν είναι και απαραίτητο να είναι έτσι.  Μπορείς να είσαι ο πραγματικός σου εαυτός όταν είσαι με άλλους ανθρώπους και αξίζει να το διακινδυνεύσεις. Μπορείς να εμπιστευτείς τον εαυτό σου και έχεις τη δυνατότητα να αντεπεξέλθεις στην αμηχανία που υπάρχει στο ξεκίνημα μιας σχέσης, έστω και αν στην αρχή το κάνεις όπως οι σκαντζόχοιροι. Προσεκτικά.

 

Η κόρη του Αγαμέμνονα

lana

Πριν λίγο καιρό έλαβα αυτό το μέιλ “Κάνω σχέσεις μόνο με αρκετά μεγαλύτερους. Οι φίλες μου λένε πως αυτό είναι πρόβλημα. Εγώ λέω πως είναι τυχαίο και απλά θέμα γούστου. Πιστεύεις πως έχω θέματα με τον μπαμπά μου;”

Το να θέλουμε να έχουμε δίπλα μας έναν άνθρωπο είναι μια κατανοητή επιθυμία. Εάν έχει και τα χαρακτηριστικά του ιδανικού πατέρα ίσως και να πρόκειται για το ιδανικό σενάριο. Δυνατός και σοφός, συνετός, ευγενικός, σκληρός εάν χρειαστεί, αλλά πάντα δίκαιος και φυσικά πάντα στο πλευρό μας.

Η λαχτάρα για έναν ισχυρό πατέρα υπήρξε ένα επαναλαμβανόμενο θέμα στην ιστορία ενώ οι περισσότερες θρησκείες έχουν συλλάβει τις κεντρικές τους θεότητες ως αρσενικούς γονείς. Στην πρώιμη παιδική ηλικία είμαστε όλοι αδύναμοι και έχουμε ανάγκη από προστασία οπότε μια πατρική φιγούρα αναπόφευκτα φαίνεται εξαιρετικά εντυπωσιακή σ’ένα μικρό παιδί. Στα μάτια ενός παιδιού είναι εκείνος που ξέρει και μπορεί να κάνει τα πάντα.

Όσο ώριμοι και σκεπτικιστές μπορεί να είμαστε σε άλλους τομείς, σε σχέση με την ιδέα της ανδρικής προστασίας μέχρι κάποια ηλικία παραμένουμε λίγο σαν το μικρό παιδί που ήμασταν κάποτε. Ονειρευόμαστε έναν άνθρωπο που θα αναλάβει τις ευθύνες μας, θα πάρει όλες τις μεγάλες αποφάσεις για τη ζωή μας, που θα είναι σκληρός και σίγουρος και θα μας λύσει όλα τα προβλήματα. Θα φροντίζει για τα οικονομικά μας, θα θυμώνει και θα επιτίθεται σε όποιον μας αδικεί ή μας πληγώνει. Θα είναι περήφανος για εμάς και θα μας αγαπάει όπως είμαστε.

Όμως, υπάρχει ένα παράδοξο. Ο ενήλικας που επαναλαμβανόμενα λαχταρά να σχετίζεται μ’έναν “πατέρα” δεν σημαίνει πως μεγάλωσε με τον ιδανικό πατέρα.  Τις περισσότερες φορές αυτή η επιθυμία είναι συνέπεια συναισθηματικής εγκατάλειψης από εκείνον. Είναι γνωστό πως τα αναπτυξιακά μας κενά -ειδικά όταν δεν έχουμε φροντίσει να τα τακτοποιήσουμε- είναι παντοδύναμα. Οι ανοιχτοί λογαριασμοί, οι ακάλυπτες ανάγκες θα εμφανίζονται πάντα ακόμα και με τη μορφή “μπαμπάδων” που όμως δεν θα μπορούν να μας ταίσουν τη “μπεμπελάκ” που δεν φάγαμε τότε. Μπορεί να γνωρίζουν πολύ καλά αυτό που θέλουμε και να υπόσχονται πως θα το δώσουν -άλλοι από αφέλεια και άλλοι από κυνισμό- αλλά πάντα έρχεται η στιγμή που καταλαβαίνουμε πως όλοι έχουν ατέλειες.

Οι ανολοκλήρωτες εμπειρίες, οι ανοιχτοί λογαριασμοί και τα συναισθήματα επιμένουν στη μνήμη μας ζητώντας την ολοκλήρωσή τους. Εάν αυτό δεν γίνει, παραμένουμε ανικανοποίητοι και καθηλωμένοι. Όταν όμως κλείσουν, θα συνειδητοποιήσουμε πως η φανταστική πατρική φιγούρα της ενηλικίωσης δεν είναι ένας καλός πατέρας και στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν “μπαμπάδες”.  Θα επιδιώκουμε να κάνουμε σχέσεις ισότιμες χωρίς να περιμένουμε να μας λύσουν τα προβλήματα και να μας σώσουν απ’τους κινδύνους ανεξάρτητα απ’το πόσο θα το ήθελαν.

Δεν ξέρω εάν έχεις θέματα με τον πατέρα σου και αν όλα αυτά σου λένε κάτι και εάν όντως  τυχαίνει να επιλέγεις μεγαλύτερους συντρόφους. Αυτό που θέλω να σου πω είναι πως ότι κάνεις φρόντισε να το κάνεις με επίγνωση.

Η Αρχή Pareto

Αν εξετάζατε τη ζωή σας και σημειώνατε εκείνες τις δραστηριότητες που σας επέφεραν τη μεγαλύτερη επιτυχία, το μεγαλύτερο οικονομικό όφελος,  τη μεγαλύτερη πρόοδο και τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση, θα ανακαλύπτατε ότι το 20% περίπου των δραστηριοτήτων σας παράγει το 80%≈ της επιτυχίας σας και της ευτυχίας σας.  Το φαινόμενο αυτό αποτέλεσε τη βάση της Αρχής Παρέτο που συχνά αναφέρεται ως “νόμος των σημαντικών ολίγων”, η οποία πήρε το όνομά της  από τον οικονομολόγο του 19ου αιώνα που ανακάλυψε ότι το 20% του πληθυσμού της Ιταλίας κατείχε το 80% της γης. Μεταγενέστερες έρευνες έδειξαν πως το 80% του κέρδους μιας  εταιρείας συνήθως προέρχεται από το 20% των πελατών της.

Φανταστείτε αντί να αφιερώνετε τις προσπάθειες και τον χρόνο σας σε αντιπαραγωγικές, χρονοβόρες και κυρίως σε δραστηριότητες που δεν θέλετε, πόσο θα βελτιώνατε τη ζωή σας αν λέγατε πιο συχνά “όχι” και εστιάζατε στο 20% των δραστηριοτήτων που σας αποφέρουν το μεγαλύτερο όφελος, όποιο και εάν είναι αυτό για τον καθένα.

Εάν θέλαμε να εφαρμόσουμε την Αρχή Pareto στη ζωή μας το πρώτο που θα χρειαζόταν να κάνουμε θα ήταν να λέμε πιο συχνά όχι, κάτι που για πάρα πολλούς είναι ένα απ’τα θέματα που τους δυσκολεύουν περισσότερο.  Όταν λέμε “όχι” μέσα μας συμβαίνει μια εσωτερική σύγκρουση η οποία έχει να κάνει απ’τη μια με τη δική μας αίσθηση εξουσίας και απ’την άλλη με την επιθυμία να εξυπηρετήσουμε τον άλλον, να φανούμε αρεστοί και κυρίως να αποφύγουμε τον κίνδυνο αντιπαράθεσης που μπορεί να απειλήσει τη σχέση μας.

Έτσι, συνήθως συμβαίνουν τρία πράγματα: Λέμε ναι όταν στην πραγματικότητα θέλουμε να πούμε όχι. Αυτό μας φέρνει μια προσωρινή, ψευδή αίσθηση ηρεμίας όπου αργότερα αντικαθίσταται από δυσαρέσκεια και θυμό. Λέμε “όχι” επιθετικά κυρίως στους πιο κοντινούς μας και σ’εκείνους που θεωρούμε δεδομένους γιατί εκεί ξέρουμε πως η σχέση δεν απειλείται με διάλυση. Δεν απαντάμε καν στον άλλον. Η αποφυγή -που είναι και η πιο συχνή συμπεριφορά- δείχνει πως δεν τιμώ τη σχέση, τον εαυτό μου -είναι σαν να μην μας επιτρέπουμε να μη θέλουμε να κάνουμε κάτι- και φυσικά δείχνει ασέβεια προς τον άλλον άνθρωπο τον οποίο αγνοούμε με τον χειρότερο τρόπο.

Δεν χρειάζεται να κάνετε τίποτα απ’ τα παραπάνω. Θα βοηθήσει πολύ να είστε σαφείς, συνοπτικοί και κυρίως σταθεροί. Δεν είστε υποχρεωμένοι να εξηγείτε μπορείτε όμως εάν θέλετε να πείτε για αυτά που είστε διατεθειμένοι να κάνετε ή για το πότε θα σας είναι πιο εύκολο να πείτε ναι. Με αυτό τον τρόπο δείχνετε στους άλλους πως τους ακούτε και εκείνοι  ξέρουν τι μπορούν να περιμένουν από εσάς. Εάν δεν είστε σίγουροι μπορείτε να πείτε “χρειάζομαι λίγο χρόνο να το σκεφτώ, θα σε ενημερώσω την Τετάρτη το πρωί”.
Η προθεσμία μας κρατά υπεύθυνους και διασφαλίζει πως θα σεβαστούμε και τη σχέση και τον εαυτό μας.

Σε μια μελέτη που είχε γίνει στο περιοδικό Journal of Consumer Research διαπιστώθηκε πως η φράση “εγώ δεν” σε αντίθεση με το “δεν μπορώ” επέτρεψε στους συμμετέχοντες να απαλλαγούν από δεσμεύσεις που δεν ήθελαν γιατί το “δεν μπορώ” αφήνει περιθώρια διαπραγμάτευσης ενώ το “εγώ δεν” υπονοεί ότι έχετε σταθερά όρια και κανόνες για τον εαυτό σας. Το όριο είναι σταθερότητα και με τη σταθερότητα αισθανόμαστε ασφάλεια.

Το να λέμε στους άλλους ναι μπορεί να έχει θετικό αντίκτυπο στη δουλειά μας, τη φήμη μας, την επαγγελματική μας ανάπτυξη, αλλά λέγοντας όχι, ειδικά όταν μας δυσκολεύει, είναι ένα απ’τα πιο σίγουρα βήματα που μπορούμε να κάνουμε για την προσωπική μας ανάπτυξη.  Μαθαίνω πως μια σχέση υπάρχει όχι επειδή θα λέω σε όλα ναι από φόβο μήπως απογοητεύσω ή πληγώσω τον άλλο. Μαθαίνω πως είμαι υπεύθυνος να με προστατεύω και αυτό θα συμβεί με τον τρόπο που οριοθετούμαι. Μαθαίνω να με παρατηρώ: “τι με εμποδίζει να λέω όχι; ο φόβος; προσπαθώ να γίνομαι αρεστός; είναι μοτίβο και εάν ναι, σε τι με εξυπηρετεί στο σήμερα”;

Την επόμενη φορά που θα νιώσετε μπερδεμένοι ανάμεσα στο να θέλετε να κάνετε κάποιον άλλο ευτυχισμένο και να θέλετε να γίνετε ευτυχισμένοι, σκεφτείτε απλά πως η λέξη όχι σε ό,τι σας ζητούν είναι απλώς ένας άλλος τρόπος να πείτε ναι σε αυτό που πραγματικά θέλετε να δεσμευθείτε.

Το να μπορείτε να λέτε όχι μπορεί να σας επιτρέψει να είστε πιο ειλικρινής και αυθεντικοί με τους άλλους. Οι άνθρωποι θα έρχονται σε εσάς για αυτά στα οποία είστε πιο ανοιχτοί να πείτε ναι, κυρίως όμως, με τη στάση σας, θα έχουν μάθει να σέβονται το ναι σας αντί να το θεωρούν δεδομένο.

Φροντίζοντας τον εαυτό μου

insta430-1-1440x2867Μια φράση που χρησιμοποιούμε πολύ συχνά οι ψυχοθεραπευτές είναι “φροντίζω τον εαυτό μου”. Δεν είναι μόνο συχνή είναι και παρεξηγήσιμη. Κάποιοι τη χρησιμοποιούν είτε για να επιβαρύνουν τους άλλους είτε για να επιβάλουν τη θέλησή τους χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα “εγώ απλά φροντίζω τον εαυτό μου και τις ανάγκες μου”.  Άλλοι πιστεύουν πως η φροντίδα εαυτού έχει να κάνει μόνο με την εξωτερική εμφάνιση.

Τι εννοούμε όταν λέμε φροντίδα εαυτού;  Η φροντίδα του εαυτού μας προϋποθέτει μια θεμελιώδη αρχή: να ικανοποιούμε τις ανάγκες μας. Πολλοί δεν ζητούν αυτά που χρειάζονται. Άλλοι, δεν γνωρίζουν ή δεν έχουν δώσει μεγάλη σημασία σε αυτά που θέλουν και σ’ εκείνα που έχουν ανάγκη. Ορισμένοι πιστεύουν ότι οι ανάγκες μας δεν είναι σημαντικές ή έφτασαν στο σημείο να πιστεύουν ότι το να έχω ανάγκες είναι κακό και λάθος και έτσι τις καταπιέζουν και τις διώχνουν από το επίπεδο του συνειδητού.

Σε ορισμένες περιπτώσεις το να ικανοποιήσουμε τον εαυτό μας μπορεί να σημαίνει να κάνουμε κάτι ευχάριστο γι’αυτόν: ένα καινούργιο ρούχο, ένα ταξίδι, ένα κέρασμα. Σημαίνει επίσης ότι κάνουμε ό,τι είναι απαραίτητο για να ζούμε υπεύθυνα-όχι με υπερβολικές ευθύνες, αλλά ούτε ανεύθυνα. Το να δίνουμε στον εαυτό μας αυτό που έχει ανάγκη δεν είναι δύσκολο.   Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να αρχίσει κάποιος να ανακαλύπτει τις επιθυμίες, τους στόχους, τις ανάγκες του.

Η φροντίδα του εαυτού μας αντικατοπτρίζει μια στάση ζωής προς τον εαυτό μας, που λέει: Εγώ είμαι ο υπεύθυνος για την καθοδήγηση ή μη της ζωής μου. Είμαι υπεύθυνος για τη φροντίδα της σωματικής, πνευματικής, συναισθηματικής και οικονομικής ευημερίας μου. Είμαι υπεύθυνος για την επίλυση των προβλημάτων μου ή για το πώς να διαβιώνω μαζί τους όταν αυτά είναι άλυτα. Είμαι υπεύθυνος για τις επιθυμίες μου, τις απαιτήσεις μου και τις επιλογές μου. Εμπιστεύομαι τα συναισθήματά μου και τις σκέψεις μου. Η κακοποίηση ή κακομεταχείριση δεν μου αξίζουν και δεν θα τις ανεχτώ από κανέναν. Οι αποφάσεις που λαμβάνω και ο τρόπος που συμπεριφέρομαι αντικατοπτρίζουν την υψηλή μου αυτοεκτίμηση. Οι αποφάσεις μου φροντίζω να έχουν άμεση συνάρτηση με τις υποχρεώσεις που έχω προς τον εαυτό μου αλλά και τυχόν υποχρεώσεις που έχω απέναντι σε άλλους -παιδιά, σύντροφο-.  Δεν ξεχνώ τα δικαιώματα των άλλων ανθρώπων που βρίσκονται κοντά μου –  το δικαίωμα να ζήσουν τη ζωή τους όπως θεωρούν ότι τους αρμόζει.

Καθώς μαθαίνουμε πώς να φροντίζουμε και να καλύπτουμε τις ανάγκες μας, συγχωρούμε τον εαυτό μας όταν κάνει λάθη και τον συγχαίρουμε όταν ενεργεί σωστά. Aποδεχόμαστε το γεγονός ότι ορισμένα πράγματα τα κάνουμε άσχημα, ενώ άλλα θα τα κάνουμε μέτρια. Μαθαίνουμε να γελάμε με τον εαυτό μας και την ανθρώπινη πλευρά μας, αλλά δεν γελάμε όταν πρέπει να κλάψουμε.  Παίρνουμε σοβαρά τον εαυτό μας, αλλά όχι υπερβολικά σοβαρά. Είναι ελάχιστες οι καταστάσεις στη ζωή μας που δεν βελτιώνονται, όταν φροντίζουμε τον εαυτό μας και όταν παρέχουμε σε μας αυτά που χρειάζεται.

Ένας απ’τους ασφαλέστερους και γρήγορους τρόπους για να ξανακερδίσει κάποιος την ισορροπία του και την ευτυχία του είναι να κοιτάζει και να φροντίζει τον εαυτό του και τις δουλειές του.

Μεγάλες (καλοκαιρινές) προσδοκίες

Καλοκαίριασε και η ζωή ξέγνοιαστη.  Ένα πρωί σαν αυτό θα σηκωθείς τραγουδώντας ν’απλώσεις τα φτερά σου και θα ορμήσεις στον ουρανό”.

Τουλάχιστον αυτό λέει το τραγούδι, οι ταινίες, οι σελίδες των κοινωνικών δικτύων φίλων και γνωστών.  Το μυαλό των περισσότερων πηγαίνει στην ανεμελιά, στην απόλυτη χαλάρωση, στην ξεκούραση, στον άπλετο χρόνο, σε γαλαζοπράσινα νερά και λευκή άμμο, σε λουσμένες από το φως του φεγγαριού νύχτες, κλπ κλπ.

Το καλοκαίρι είναι σαν τα Χριστούγεννα. Εναποθέτουμε σ’αυτό όλες μας τις προσδοκίες και τις ελπίδες. Για αρκετούς είναι κάτι ιερό και πιστεύουν πως τα πάντα μπορεί να συμβούν στις διακοπές. Λες και είναι δυνατόν σε ένα τόσο μικρό χρονικό διάστημα να καλύψεις τα κενά και τις ελλείψεις ενός ολόκληρου χρόνου.  

Φτιάχνουμε στο μυαλό μας το ιδανικό, το τέλειο σενάριο και εάν κάτι πάει στραβά, τότε αναρωτιόμαστε “τι συμβαίνει με μένα;”. Πόσες φορές έχετε απογοητευθεί, έχετε θυμώσει ή έχετε άγχος από το χάσμα μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας;

Οι Βουδιστές μιλούν για το “wanting mind” και τη δύναμη των προσδοκιών στο να δημιουργούν βάσανα. Το να μην περιμένεις κάτι συγκεκριμένο από μια συνθήκη, μια σχέση είναι σοφία και ενήλικος τρόπος αντιμετώπισης καταστάσεων. Όταν περιμένεις συγκεκριμένες συμπεριφορές από τους άλλους ή από γεγονότα ή απ’την ίδια τη ζωή, είναι σαν παραχωρείς τη δύναμή σου στους άλλους. Όταν δεν κοιτάζουμε προς τα μέσα, όταν δεν στεκόμαστε σ’εμάς αλλά τα μάτια μας είναι συνέχεια στραμμένα στους άλλους, μόνο προβλήματα και απογοήτευση μπορούμε να περιμένουμε. Καθόλου προσδοκίες, λιγότερες απογοητεύσεις. Είναι απλό. όχι εύκολο, απλό.

Αν η πραγματικότητα σας απογοητεύει διαρκώς, τότε ίσως να βοηθούσε μια μικρή αναθεώρηση των προσδοκιών σας. Μείνετε στο παρόν, στο εδώ και τώρα. Τις αποφάσεις που παίρνουμε, τις επιλογές που κάνουμε, όλα γίνονται στο “εδώ και τώρα”. Οι προσδοκίες πάντα θα σας σπρώχνουν να κοιτάτε μπροστά, και θα παγιδεύουν το μυαλό σας στο μέλλον ενώ το μόνο που έχουμε, είναι το τώρα. Δεν χρειάζεται να ζείτε σαν να παίζετε σκάκι, σκεπτόμενοι τις 8 ή 10 επόμενες κινήσεις -τι πρέπει να κάνω, πως θα αντιδράσουν οι άλλοι, θα αντιδράσουν με τον τρόπο που θέλω, κλπ-

Να θυμάστε ότι το μέγεθος της ευτυχίας μας εξαρτάται άμεσα απ’τις σκέψεις μας και το νόημα που δίνουμε σ’αυτά που μας συμβαίνουν.