Η κόρη του Αγαμέμνονα

lana

Πριν λίγο καιρό έλαβα αυτό το μέιλ “Κάνω σχέσεις μόνο με αρκετά μεγαλύτερους. Οι φίλες μου λένε πως αυτό είναι πρόβλημα. Εγώ λέω πως είναι τυχαίο και απλά θέμα γούστου. Πιστεύεις πως έχω θέματα με τον μπαμπά μου;”

Το να θέλουμε να έχουμε δίπλα μας έναν άνθρωπο είναι μια κατανοητή επιθυμία. Εάν έχει και τα χαρακτηριστικά του ιδανικού πατέρα ίσως και να πρόκειται για το ιδανικό σενάριο. Δυνατός και σοφός, συνετός, ευγενικός, σκληρός εάν χρειαστεί, αλλά πάντα δίκαιος και φυσικά πάντα στο πλευρό μας.

Η λαχτάρα για έναν ισχυρό πατέρα υπήρξε ένα επαναλαμβανόμενο θέμα στην ιστορία ενώ οι περισσότερες θρησκείες έχουν συλλάβει τις κεντρικές τους θεότητες ως αρσενικούς γονείς. Στην πρώιμη παιδική ηλικία είμαστε όλοι αδύναμοι και έχουμε ανάγκη από προστασία οπότε μια πατρική φιγούρα αναπόφευκτα φαίνεται εξαιρετικά εντυπωσιακή σ’ένα μικρό παιδί. Στα μάτια ενός παιδιού είναι εκείνος που ξέρει και μπορεί να κάνει τα πάντα.

Όσο ώριμοι και σκεπτικιστές μπορεί να είμαστε σε άλλους τομείς, σε σχέση με την ιδέα της ανδρικής προστασίας μέχρι κάποια ηλικία παραμένουμε λίγο σαν το μικρό παιδί που ήμασταν κάποτε. Ονειρευόμαστε έναν άνθρωπο που θα αναλάβει τις ευθύνες μας, θα πάρει όλες τις μεγάλες αποφάσεις για τη ζωή μας, που θα είναι σκληρός και σίγουρος και θα μας λύσει όλα τα προβλήματα. Θα φροντίζει για τα οικονομικά μας, θα θυμώνει και θα επιτίθεται σε όποιον μας αδικεί ή μας πληγώνει. Θα είναι περήφανος για εμάς και θα μας αγαπάει όπως είμαστε.

Όμως, υπάρχει ένα παράδοξο. Ο ενήλικας που επαναλαμβανόμενα λαχταρά να σχετίζεται μ’έναν “πατέρα” δεν σημαίνει πως μεγάλωσε με τον ιδανικό πατέρα.  Τις περισσότερες φορές αυτή η επιθυμία είναι συνέπεια συναισθηματικής εγκατάλειψης από εκείνον. Είναι γνωστό πως τα αναπτυξιακά μας κενά -ειδικά όταν δεν έχουμε φροντίσει να τα τακτοποιήσουμε- είναι παντοδύναμα. Οι ανοιχτοί λογαριασμοί, οι ακάλυπτες ανάγκες θα εμφανίζονται πάντα ακόμα και με τη μορφή “μπαμπάδων” που όμως δεν θα μπορούν να μας ταίσουν τη “μπεμπελάκ” που δεν φάγαμε τότε. Μπορεί να γνωρίζουν πολύ καλά αυτό που θέλουμε και να υπόσχονται πως θα το δώσουν -άλλοι από αφέλεια και άλλοι από κυνισμό- αλλά πάντα έρχεται η στιγμή που καταλαβαίνουμε πως όλοι έχουν ατέλειες.

Οι ανολοκλήρωτες εμπειρίες, οι ανοιχτοί λογαριασμοί και τα συναισθήματα επιμένουν στη μνήμη μας ζητώντας την ολοκλήρωσή τους. Εάν αυτό δεν γίνει, παραμένουμε ανικανοποίητοι και καθηλωμένοι. Όταν όμως κλείσουν, θα συνειδητοποιήσουμε πως η φανταστική πατρική φιγούρα της ενηλικίωσης δεν είναι ένας καλός πατέρας και στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν “μπαμπάδες”.  Θα επιδιώκουμε να κάνουμε σχέσεις ισότιμες χωρίς να περιμένουμε να μας λύσουν τα προβλήματα και να μας σώσουν απ’τους κινδύνους ανεξάρτητα απ’το πόσο θα το ήθελαν.

Δεν ξέρω εάν έχεις θέματα με τον πατέρα σου και αν όλα αυτά σου λένε κάτι και εάν όντως  τυχαίνει να επιλέγεις μεγαλύτερους συντρόφους. Αυτό που θέλω να σου πω είναι πως ότι κάνεις φρόντισε να το κάνεις με επίγνωση.

Η Αρχή Pareto

Αν εξετάζατε τη ζωή σας και σημειώνατε εκείνες τις δραστηριότητες που σας επέφεραν τη μεγαλύτερη επιτυχία, το μεγαλύτερο οικονομικό όφελος,  τη μεγαλύτερη πρόοδο και τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση, θα ανακαλύπτατε ότι το 20% περίπου των δραστηριοτήτων σας παράγει το 80%≈ της επιτυχίας σας και της ευτυχίας σας.  Το φαινόμενο αυτό αποτέλεσε τη βάση της Αρχής Παρέτο που συχνά αναφέρεται ως “νόμος των σημαντικών ολίγων”, η οποία πήρε το όνομά της  από τον οικονομολόγο του 19ου αιώνα που ανακάλυψε ότι το 20% του πληθυσμού της Ιταλίας κατείχε το 80% της γης. Μεταγενέστερες έρευνες έδειξαν πως το 80% του κέρδους μιας  εταιρείας συνήθως προέρχεται από το 20% των πελατών της.

Φανταστείτε αντί να αφιερώνετε τις προσπάθειες και τον χρόνο σας σε αντιπαραγωγικές, χρονοβόρες και κυρίως σε δραστηριότητες που δεν θέλετε, πόσο θα βελτιώνατε τη ζωή σας αν λέγατε πιο συχνά “όχι” και εστιάζατε στο 20% των δραστηριοτήτων που σας αποφέρουν το μεγαλύτερο όφελος, όποιο και εάν είναι αυτό για τον καθένα.

Εάν θέλαμε να εφαρμόσουμε την Αρχή Pareto στη ζωή μας το πρώτο που θα χρειαζόταν να κάνουμε θα ήταν να λέμε πιο συχνά όχι, κάτι που για πάρα πολλούς είναι ένα απ’τα θέματα που τους δυσκολεύουν περισσότερο.  Όταν λέμε “όχι” μέσα μας συμβαίνει μια εσωτερική σύγκρουση η οποία έχει να κάνει απ’τη μια με τη δική μας αίσθηση εξουσίας και απ’την άλλη με την επιθυμία να εξυπηρετήσουμε τον άλλον, να φανούμε αρεστοί και κυρίως να αποφύγουμε τον κίνδυνο αντιπαράθεσης που μπορεί να απειλήσει τη σχέση μας.

Έτσι, συνήθως συμβαίνουν τρία πράγματα: Λέμε ναι όταν στην πραγματικότητα θέλουμε να πούμε όχι. Αυτό μας φέρνει μια προσωρινή, ψευδή αίσθηση ηρεμίας όπου αργότερα αντικαθίσταται από δυσαρέσκεια και θυμό. Λέμε “όχι” επιθετικά κυρίως στους πιο κοντινούς μας και σ’εκείνους που θεωρούμε δεδομένους γιατί εκεί ξέρουμε πως η σχέση δεν απειλείται με διάλυση. Δεν απαντάμε καν στον άλλον. Η αποφυγή -που είναι και η πιο συχνή συμπεριφορά- δείχνει πως δεν τιμώ τη σχέση, τον εαυτό μου -είναι σαν να μην μας επιτρέπουμε να μη θέλουμε να κάνουμε κάτι- και φυσικά δείχνει ασέβεια προς τον άλλον άνθρωπο τον οποίο αγνοούμε με τον χειρότερο τρόπο.

Δεν χρειάζεται να κάνετε τίποτα απ’ τα παραπάνω. Θα βοηθήσει πολύ να είστε σαφείς, συνοπτικοί και κυρίως σταθεροί. Δεν είστε υποχρεωμένοι να εξηγείτε μπορείτε όμως εάν θέλετε να πείτε για αυτά που είστε διατεθειμένοι να κάνετε ή για το πότε θα σας είναι πιο εύκολο να πείτε ναι. Με αυτό τον τρόπο δείχνετε στους άλλους πως τους ακούτε και εκείνοι  ξέρουν τι μπορούν να περιμένουν από εσάς. Εάν δεν είστε σίγουροι μπορείτε να πείτε “χρειάζομαι λίγο χρόνο να το σκεφτώ, θα σε ενημερώσω την Τετάρτη το πρωί”.
Η προθεσμία μας κρατά υπεύθυνους και διασφαλίζει πως θα σεβαστούμε και τη σχέση και τον εαυτό μας.

Σε μια μελέτη που είχε γίνει στο περιοδικό Journal of Consumer Research διαπιστώθηκε πως η φράση “εγώ δεν” σε αντίθεση με το “δεν μπορώ” επέτρεψε στους συμμετέχοντες να απαλλαγούν από δεσμεύσεις που δεν ήθελαν γιατί το “δεν μπορώ” αφήνει περιθώρια διαπραγμάτευσης ενώ το “εγώ δεν” υπονοεί ότι έχετε σταθερά όρια και κανόνες για τον εαυτό σας. Το όριο είναι σταθερότητα και με τη σταθερότητα αισθανόμαστε ασφάλεια.

Το να λέμε στους άλλους ναι μπορεί να έχει θετικό αντίκτυπο στη δουλειά μας, τη φήμη μας, την επαγγελματική μας ανάπτυξη, αλλά λέγοντας όχι, ειδικά όταν μας δυσκολεύει, είναι ένα απ’τα πιο σίγουρα βήματα που μπορούμε να κάνουμε για την προσωπική μας ανάπτυξη.  Μαθαίνω πως μια σχέση υπάρχει όχι επειδή θα λέω σε όλα ναι από φόβο μήπως απογοητεύσω ή πληγώσω τον άλλο. Μαθαίνω πως είμαι υπεύθυνος να με προστατεύω και αυτό θα συμβεί με τον τρόπο που οριοθετούμαι. Μαθαίνω να με παρατηρώ: “τι με εμποδίζει να λέω όχι; ο φόβος; προσπαθώ να γίνομαι αρεστός; είναι μοτίβο και εάν ναι, σε τι με εξυπηρετεί στο σήμερα”;

Την επόμενη φορά που θα νιώσετε μπερδεμένοι ανάμεσα στο να θέλετε να κάνετε κάποιον άλλο ευτυχισμένο και να θέλετε να γίνετε ευτυχισμένοι, σκεφτείτε απλά πως η λέξη όχι σε ό,τι σας ζητούν είναι απλώς ένας άλλος τρόπος να πείτε ναι σε αυτό που πραγματικά θέλετε να δεσμευθείτε.

Το να μπορείτε να λέτε όχι μπορεί να σας επιτρέψει να είστε πιο ειλικρινής και αυθεντικοί με τους άλλους. Οι άνθρωποι θα έρχονται σε εσάς για αυτά στα οποία είστε πιο ανοιχτοί να πείτε ναι, κυρίως όμως, με τη στάση σας, θα έχουν μάθει να σέβονται το ναι σας αντί να το θεωρούν δεδομένο.

Φροντίζοντας τον εαυτό μου

insta430-1-1440x2867Μια φράση που χρησιμοποιούμε πολύ συχνά οι ψυχοθεραπευτές είναι “φροντίζω τον εαυτό μου”. Δεν είναι μόνο συχνή είναι και παρεξηγήσιμη. Κάποιοι τη χρησιμοποιούν είτε για να επιβαρύνουν τους άλλους είτε για να επιβάλουν τη θέλησή τους χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα “εγώ απλά φροντίζω τον εαυτό μου και τις ανάγκες μου”.  Άλλοι πιστεύουν πως η φροντίδα εαυτού έχει να κάνει μόνο με την εξωτερική εμφάνιση.

Τι εννοούμε όταν λέμε φροντίδα εαυτού;  Η φροντίδα του εαυτού μας προϋποθέτει μια θεμελιώδη αρχή: να ικανοποιούμε τις ανάγκες μας. Πολλοί δεν ζητούν αυτά που χρειάζονται. Άλλοι, δεν γνωρίζουν ή δεν έχουν δώσει μεγάλη σημασία σε αυτά που θέλουν και σ’ εκείνα που έχουν ανάγκη. Ορισμένοι πιστεύουν ότι οι ανάγκες μας δεν είναι σημαντικές ή έφτασαν στο σημείο να πιστεύουν ότι το να έχω ανάγκες είναι κακό και λάθος και έτσι τις καταπιέζουν και τις διώχνουν από το επίπεδο του συνειδητού.

Σε ορισμένες περιπτώσεις το να ικανοποιήσουμε τον εαυτό μας μπορεί να σημαίνει να κάνουμε κάτι ευχάριστο γι’αυτόν: ένα καινούργιο ρούχο, ένα ταξίδι, ένα κέρασμα. Σημαίνει επίσης ότι κάνουμε ό,τι είναι απαραίτητο για να ζούμε υπεύθυνα-όχι με υπερβολικές ευθύνες, αλλά ούτε ανεύθυνα. Το να δίνουμε στον εαυτό μας αυτό που έχει ανάγκη δεν είναι δύσκολο.   Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να αρχίσει κάποιος να ανακαλύπτει τις επιθυμίες, τους στόχους, τις ανάγκες του.

Η φροντίδα του εαυτού μας αντικατοπτρίζει μια στάση ζωής προς τον εαυτό μας, που λέει: Εγώ είμαι ο υπεύθυνος για την καθοδήγηση ή μη της ζωής μου. Είμαι υπεύθυνος για τη φροντίδα της σωματικής, πνευματικής, συναισθηματικής και οικονομικής ευημερίας μου. Είμαι υπεύθυνος για την επίλυση των προβλημάτων μου ή για το πώς να διαβιώνω μαζί τους όταν αυτά είναι άλυτα. Είμαι υπεύθυνος για τις επιθυμίες μου, τις απαιτήσεις μου και τις επιλογές μου. Εμπιστεύομαι τα συναισθήματά μου και τις σκέψεις μου. Η κακοποίηση ή κακομεταχείριση δεν μου αξίζουν και δεν θα τις ανεχτώ από κανέναν. Οι αποφάσεις που λαμβάνω και ο τρόπος που συμπεριφέρομαι αντικατοπτρίζουν την υψηλή μου αυτοεκτίμηση. Οι αποφάσεις μου φροντίζω να έχουν άμεση συνάρτηση με τις υποχρεώσεις που έχω προς τον εαυτό μου αλλά και τυχόν υποχρεώσεις που έχω απέναντι σε άλλους -παιδιά, σύντροφο-.  Δεν ξεχνώ τα δικαιώματα των άλλων ανθρώπων που βρίσκονται κοντά μου –  το δικαίωμα να ζήσουν τη ζωή τους όπως θεωρούν ότι τους αρμόζει.

Καθώς μαθαίνουμε πώς να φροντίζουμε και να καλύπτουμε τις ανάγκες μας, συγχωρούμε τον εαυτό μας όταν κάνει λάθη και τον συγχαίρουμε όταν ενεργεί σωστά. Aποδεχόμαστε το γεγονός ότι ορισμένα πράγματα τα κάνουμε άσχημα, ενώ άλλα θα τα κάνουμε μέτρια. Μαθαίνουμε να γελάμε με τον εαυτό μας και την ανθρώπινη πλευρά μας, αλλά δεν γελάμε όταν πρέπει να κλάψουμε.  Παίρνουμε σοβαρά τον εαυτό μας, αλλά όχι υπερβολικά σοβαρά. Είναι ελάχιστες οι καταστάσεις στη ζωή μας που δεν βελτιώνονται, όταν φροντίζουμε τον εαυτό μας και όταν παρέχουμε σε μας αυτά που χρειάζεται.

Ένας απ’τους ασφαλέστερους και γρήγορους τρόπους για να ξανακερδίσει κάποιος την ισορροπία του και την ευτυχία του είναι να κοιτάζει και να φροντίζει τον εαυτό του και τις δουλειές του.

Μεγάλες (καλοκαιρινές) προσδοκίες

Καλοκαίριασε και η ζωή ξέγνοιαστη.  Ένα πρωί σαν αυτό θα σηκωθείς τραγουδώντας ν’απλώσεις τα φτερά σου και θα ορμήσεις στον ουρανό”.

Τουλάχιστον αυτό λέει το τραγούδι, οι ταινίες, οι σελίδες των κοινωνικών δικτύων φίλων και γνωστών.  Το μυαλό των περισσότερων πηγαίνει στην ανεμελιά, στην απόλυτη χαλάρωση, στην ξεκούραση, στον άπλετο χρόνο, σε γαλαζοπράσινα νερά και λευκή άμμο, σε λουσμένες από το φως του φεγγαριού νύχτες, κλπ κλπ.

Το καλοκαίρι είναι σαν τα Χριστούγεννα. Εναποθέτουμε σ’αυτό όλες μας τις προσδοκίες και τις ελπίδες. Για αρκετούς είναι κάτι ιερό και πιστεύουν πως τα πάντα μπορεί να συμβούν στις διακοπές. Λες και είναι δυνατόν σε ένα τόσο μικρό χρονικό διάστημα να καλύψεις τα κενά και τις ελλείψεις ενός ολόκληρου χρόνου.  

Φτιάχνουμε στο μυαλό μας το ιδανικό, το τέλειο σενάριο και εάν κάτι πάει στραβά, τότε αναρωτιόμαστε “τι συμβαίνει με μένα;”. Πόσες φορές έχετε απογοητευθεί, έχετε θυμώσει ή έχετε άγχος από το χάσμα μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας;

Οι Βουδιστές μιλούν για το “wanting mind” και τη δύναμη των προσδοκιών στο να δημιουργούν βάσανα. Το να μην περιμένεις κάτι συγκεκριμένο από μια συνθήκη, μια σχέση είναι σοφία και ενήλικος τρόπος αντιμετώπισης καταστάσεων. Όταν περιμένεις συγκεκριμένες συμπεριφορές από τους άλλους ή από γεγονότα ή απ’την ίδια τη ζωή, είναι σαν παραχωρείς τη δύναμή σου στους άλλους. Όταν δεν κοιτάζουμε προς τα μέσα, όταν δεν στεκόμαστε σ’εμάς αλλά τα μάτια μας είναι συνέχεια στραμμένα στους άλλους, μόνο προβλήματα και απογοήτευση μπορούμε να περιμένουμε. Καθόλου προσδοκίες, λιγότερες απογοητεύσεις. Είναι απλό. όχι εύκολο, απλό.

Αν η πραγματικότητα σας απογοητεύει διαρκώς, τότε ίσως να βοηθούσε μια μικρή αναθεώρηση των προσδοκιών σας. Μείνετε στο παρόν, στο εδώ και τώρα. Τις αποφάσεις που παίρνουμε, τις επιλογές που κάνουμε, όλα γίνονται στο “εδώ και τώρα”. Οι προσδοκίες πάντα θα σας σπρώχνουν να κοιτάτε μπροστά, και θα παγιδεύουν το μυαλό σας στο μέλλον ενώ το μόνο που έχουμε, είναι το τώρα. Δεν χρειάζεται να ζείτε σαν να παίζετε σκάκι, σκεπτόμενοι τις 8 ή 10 επόμενες κινήσεις -τι πρέπει να κάνω, πως θα αντιδράσουν οι άλλοι, θα αντιδράσουν με τον τρόπο που θέλω, κλπ-

Να θυμάστε ότι το μέγεθος της ευτυχίας μας εξαρτάται άμεσα απ’τις σκέψεις μας και το νόημα που δίνουμε σ’αυτά που μας συμβαίνουν.

Το απώτερο κίνητρο

Πριν χρόνια μια γνωστή μου προσπαθούσε να κόψει το κάπνισμα αλλά δυσκολευόταν πάρα πολύ. Μέχρι που η συνάδελφός της στο διπλανό γραφείο -την οποία αποκαλούσε “ποταπή”- κατάφερε να το κόψει πρώτη. Θυμάμαι να μου λέει: “Νάσια, δε γίνεται να τα έχει καταφέρει αυτή κ να μην μπορώ εγώ. δεν θα ξανακαπνίσω, τέλος”.  Δεν ξανακάπνισε ποτέ.

Θυμήθηκα πάλι αυτό το περιστατικό όταν έλαβα αυτό το email:  “Το καλοκαίρι είναι εδώ κ εγώ θέλω να χάσω κάποια κιλά. Όμως, ενώ ξέρω πολύ καλά τι πρέπει να κάνω, δυσκολεύομαι. ξέρω πως κάτι ψυχολογικό παίζει αλλά δεν έχω ούτε τον χρόνο, ούτε την πολυτέλεια να αρχίζω να σκαλίζω. Μπορείς να γράψεις κάτι σχετικό χωρίς όμως να υπάρχει καμία αναφορά στις λέξεις: παιδικά τραύματα, παιδική ηλικία, γονείς, ψυχοθεραπεία, ψυχικός πόνος κλπ;”

Όταν εκπαιδεύτηκα στην τραυματοθεραπεία απ’τα πρώτα πράγματα που έμαθα ήταν πως απ’την πρώτη το πολύ δεύτερη συνεδρία θα πρέπει να ξέρουμε το κίνητρο του ανθρώπου που ξεκινάει ψυχοθεραπεία και εαν δεν το ξέρουμε, θα πρέπει να το βρούμε μαζί με τον θεραπευόμενο και μάλιστα να είναι ισχυρό. Μας είχε γίνει ξεκάθαρο το πόσο σημαντικό είναι και πως καλό θα ήταν να μην μπούμε καν σε θεραπευτική διαδικασία εάν το κίνητρο του θεραπευόμενου δεν ήταν σαφές και συγκεκριμένο.

Μια απ’τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την επίτευξη οποιουδήποτε στόχου, είτε αυτός σχετίζεται με το πόσο παραγωγικοί είμαστε, είτε με το να ξυπνάμε νωρίς το πρωί, να ασκούμαστε καθημερινά, να μεταβάλλούμε μια συνήθεια ή απλά να θέλουμε να είμαστε ευτυχισμένοι, είναι να βρούμε το κίνητρο το οποίο θα μας βοηθήσει να πετύχουμε αυτό που θέλουμε. Το κίνητρο είναι αυτό που μας οδηγεί προς ένα στόχο, αυτό που μας κρατάει όταν τα πράγματα αρχίζουν και δυσκολεύουν. Υπάρχουν όλα τα είδη κινήτρων, από θετικά μέχρι αρνητικά. Δουλεύοντας για κάποιον που απειλεί με απόλυση ίσως είναι ένα κίνητρο για να εργαστεί κάποιος σκληρότερα. Προσωπικά, πιστεύω πως τα θετικά κίνητρα λειτουργούν καλύτερα. Αν κάνετε κάτι που εσείς θέλετε να κάνετε, θα έχετε καλύτερο αποτέλεσμα από το να αποφύγετε κάτι που δεν θέλετε (π.χ. να απολυθείτε). Ο φόβος είναι ένα πολύ ισχυρό κίνητρο για αρκετούς ανθρώπους. π.χ. πονάνε τα γόνατά μου απ’το βάρος που έχω πάρει και αυτό από μόνο του μπορεί να είναι ισχυρό κίνητρο για να θέλω να χάσω βάρος.

Τις περισσότερες φορές θα διαβάσετε ή θα σας πουν πως για να πετύχετε ένα στόχο θα πρέπει να έχετε επιμονή. Υπάρχουν άλλοι που λένε πως για να πετύχετε θα πρέπει να είστε αφοσιωμένοι σ’αυτό και άλλοι που θα σας πουν πως επιβάλλεται να είστε πειθαρχημένοι.

Η αλήθεια είναι πως ένα πράγμα χρειάζεται για να πετύχεις ένα στόχο.  Η επιθυμία, το κίνητρο. Όταν επιθυμείς κάτι, θα γίνεις επίμονος. Όταν επιθυμείς κάτι, θα είσαι αφοσιωμένος. Όταν επιθυμείς κάτι, θα είσαι πειθαρχημένος.

Η επίτευξη ενός στόχου είναι μια διαδικασία. Η επιτυχία δεν είναι κάτι αυτονόητο. Αλλά ούτε και η αποτυχία. Αυτό που χρειάζεται για να ξεκινήσετε είναι το κίνητρο, η επιθυμία. Μια επιθυμία που να είναι αρκετά ειλικρινής και που θα αφορά εσάς ώστε να αποκρυσταλλωθεί σε μια απόφαση για την επίτευξη του στόχου που θέσατε για τον εαυτό σας.

Όποιος αγαπάει παιδεύει;

Στην αρχή της μετεκπαίδευσής μου ένα απ’τα πιο δύσκολα θέματα που είχα να διαχειριστώ ήταν η άρνηση και η ενόχληση που ένιωθα στο άκουσμα της λέξης “κακοποίηση”.  Μέχρι τότε είχα συνδέσει τη λέξη μόνο με τη σεξουαλική και τη σωματική κακοποίηση και οτιδήποτε άλλο μου φαίνονταν υπερβολή, ψιλά γράμματα, υπερευαισθησία, κυρίως όμως, σκεφτόμουν το πόσο περιορισμένες θα ήταν από εδώ και πέρα οι σχέσεις μου αφού οι περισσότεροι άνθρωποι -εκτός εάν εκπαιδεύονταν για ψ ή έκαναν ψυχοθεραπεία ή είχαν μητέρα την Anna Freud- αποκλείεται να τα γνώριζαν αυτά.

Αργότερα, παρατήρησα πως σχεδόν όλοι οι θεραπευόμενοί μου είχαν την ίδια αντίδραση που είχα εγώ τότε ως εκπαιδευόμενη. Οι πιο συχνές φράσεις που ακούγονται απ’τους ανθρώπους είναι “μου αρέσει να υπάρχει ένταση σε μια σχέση. είναι σαφής ένδειξη πως ο άλλος σ’αγαπάει, είναι ερωτευμένος μαζί σου, υπάρχει πάθος και βασικά ο άλλος δεν είναι μίζερος και βαρετός.  Με ζηλεύει και κάνει σκηνές άρα ενδιαφέρεται και για να είμαι ειλικρινής με κολακεύει. Κάποιες φορές γίνεται απόμακρος και δεν μου μιλάει αλλά αυτό για μένα δείχνει πως έχει μια ποιότητα, ένα βάθος, δεν φοβάται την ενδοσκόπηση

Μέρος αυτού του προβλήματος όπως διαβάζουμε σ’αυτό το άρθρο, έχει να κάνει και με την  κουλτούρα μας. Λατρεύουμε τη συγκλονιστική και παράλογη ρομαντική αγάπη που εκδηλώνεται σπάζοντας την Κινέζικη πορσελάνη και χλευάζουμε την πρακτικότητα και την ηρεμία σε μια σχέση. Aναφέρονται έξι απ’τις πιο κοινές συμπεριφορές σε μια σχέση που οι περισσότεροι άνθρωποι τις βρίσκουν υγιείς και κανονικές, ενώ στην πραγματικότητα είναι τοξικές και κακοποιητικές. Για μένα οι πιο συχνές και οι πιο δύσκολα αναγνωρίσιμες είναι τα passive agressive σχόλια (παθητικο-επιθετική συμπεριφορά) και το να κατηγορείς τον άλλον για τα συναισθήματά σου.

Το να κατηγορούμε τους άλλους για τα συναισθήματά μας και να μην παίρνουμε καμία απολύτως ευθύνη γι’αυτά είναι μια πολύ συχνή συμπεριφορά. “εσύ φταις που εκνευρίστηκα έτσι και άρχισα να φωνάζω”.  Όταν κάποιος είναι passive agressive, τις περισσότερες φορές δεν εκφράζει τον θυμό του,  αλλά εμφανίζει αλλαγές στη συμπεριφορά όπως με το να κλείνεται στον εαυτό του, να εμφανίζει αντίσταση στην επικοινωνία κυρίως όμως, προκαλεί μπέρδεμα σ’αυτόν που τη δέχεται. Είναι μια μη λεκτική επιθετικότητα που εκδηλώνεται με αρνητική αλλά “ευγενική” και αποστασιοποιημένη συμπεριφορά.

Δεν θα σταματήσω να το λέω. Τα πάντα μαθαίνονται. Τίποτα απ’αυτά δεν είναι μαθηματικά ή πυρηνική φυσική. Μαζί μ’αυτό το άρθρο διαβάστε και αυτό, ταιριάζει με το θέμα.

.

.

 

 

 

 

Σε βλέπω

Η θεραπευτική σχέση έχει γίνει πλέον κομμάτι της ποπ κουλτούρας καθώς γύρω από αυτήν έχουμε δει να χτίζονται λογοτεχνικές και κινηματογραφικές αφηγήσεις.  Το γεγονός αυτό δείχνει αφενός ότι αυτή η σχέση είναι αντιληπτή από το ευρύ κοινό ως εξαιρετικά σημαντική και αποτελεί κλειδί για τη θεραπεία, αφετέρου όμως, η μυθοποίησή της δημιουργεί ιδανικές συνθήκες για τη δημιουργία μύθων και λανθασμένων αντιλήψεων για τη σχέση αυτή.

Στα περιστατικά που περιγράφονται στις μελέτες για την υστερία, ο Freud έμπαινε προσωπικά και τολμηρά μέσα στη ζωή των ασθενών του. Τους έκανε έντονες συστάσεις, παρενέβαινε στις οικογένειές τους για λογαριασμό τους, έβρισκε τρόπους να παρευρεθεί σε κάποιες κοινωνικές εκδηλώσεις για να τους δει πως συμπεριφέρονται σε άλλα περιβάλλοντα, έδωσε σε κάποιον ασθενή του την οδηγία να επισκεφθεί το νεκροταφείο και να καθίσει να διαλογιστεί στον τάφο του νεκρού αδερφού του.

Σήμερα, τα πράγματα έχουν αλλάξει πάρα πολύ. Πολύ συχνά τα θέματα εποπτείας έχουν να κάνουν με τον τρόπο που ένας ψυχοθεραπευτής διαχειρίζεται την προσωπική του σελίδα ή τον λογαριασμό του στα κοινωνικά δίκτυα. Δέχομαι αιτήματα φιλίας; παίζει ρόλο η διάγνωση που έχω κάνει; θέλω να αφήσω ανοιχτό τον λογαριασμό μου σε κάποια πλατφόρμα γιατί πιέζομαι αλλά από την άλλη συντομεύω τη διαδικασία αποδόμησής μου -που έτσι και αλλιώς κανείς ψ δεν θα αποφύγει-. Τι θα σημαίνει αυτό για μένα;  θα αντέξει να ξέρει πως ο ψυχοθεραπευτής τους δεν είναι ο άνθρωπος που είχε φανταστεί; ο ιδανικός γονιός.

Σ’αυτό το άρθρο  -είναι και λίγο αστείο- διαβάζουμε τις στιγμές αγωνίας που περνάει ένας ψ όταν το καινούργιο του περιστατικό στην πρώτη συνεδρία έχει μάθει πληροφορίες για εκείνον που δεν θα μπορούσε να τις ξέρει παρά μόνο εάν είχε κάνει ενδελεχή έρευνα. Βλέπουμε πόσο εύστοχα μπαίνει στον κόσμο του θεραπευόμενου με το να είναι “εκεί”, χωρίς να κρίνει, δίνοντάς του με πολύ ωραίο τρόπο ένα καθαρό καθρέφτισμα.

Αυτή η σχέση είναι μοναδική σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη σχέση μεταξύ γιατρών, ασθενών και αυτό γίνεται αντιληπτό από την πρώτη κιόλας συνάντηση. Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς θα συμβεί.

Anne and Harry

Μια οδυνηρή συνέπεια της έλλειψης εσωτερικών ορίων είναι ότι όταν ακούμε σκέψεις και απόψεις κάποιου άλλου, νομίζουμε πως ή θα πρέπει να συμφωνήσουμε μαζί του -αγνοώντας τη δική μας θέση- ή θα πρέπει να υποστηρίξουμε με σθένος τη δική μας άποψη. Έχοντας μάθει να βάζουμε εσωτερικά όρια, δεν έχουμε την ανάγκη να προσπαθούμε να πείσουμε τους άλλους για την εγκυρότητα της πραγματικότητάς μας.

Όταν μας συμβαίνει κάτι, νοηματοδοτούμε το γεγονός μέσω των σκέψεων που κάνουμε.
Το νόημα που δίνω στην εμπερία και οι σκέψεις που κάνω πυροδοτούν κάποια συναισθήματα.
Τα συναισθήματα θα με οδηγήσουν σε μια συμπεριφορά. Συνήθως οι διαστρεβλωμένες σκέψεις –που έχουν να κάνουν με την ιστορία μας- είναι αυτές που μας οδηγούν σε συμπεριφορές μη βοηθητικές.

Όταν αρχίζουμε να βάζουμε εσωτερικά όρια αισθανόμαστε περίεργα και σχεδόν ποτέ δεν τα καταφέρνουμε με την πρώτη. Ίσως βοηθήσει εάν φανταστείτε τα εσωτερικά σας όρια σαν ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο από μια πλάκα σκληρού μετάλλου κάτω από το δέρμα στο στήθος σας. Άλλοι κάνουν εικόνα το εσωτερικό όριο ως μικρή πόρτα η οποία ανοίγει μόνο από μέσα και το κλειδί το έχει μόνο ο ιδιοκτήτης. Κάθε φορά που ακούτε κάτι αξιολογείστε το πρώτα και μετά αντιδράστε. Πείτε στον εαυτό σας πως αυτό που ακούω απ’τον απέναντι αφορά τις δικές του σκέψεις, συναισθήματα και όχι αυτά που είπα ή έκανα εγώ.

 

codependence

Η εικόνα είναι του κ. Δημήτρη Τζάνη για το μπλογκ και τον ευχαριστώ πολύ

kill -9

kill9

Πολλές φορές όταν δουλεύουμε στον υπολογιστή, στο background τρέχουν προγράμματα καταναλώνοντας πόρους, δηλαδή υπολογιστική ισχύ, μνήμη και ενέργεια. Το συνειδητοποιούμε όταν ο υπολογιστής μας κολλάει από την έλλειψη πόρων και τότε έχει φτάσει η στιγμή που με μια εντολή πρέπει να τα εντοπίσουμε, να τα κλείσουμε και να κάνουμε reboot.

Κάπως έτσι μπορεί να συμβεί και με γεγονότα του παρελθόντος που μας ταλαιπωρούν.
Η ενέργεια και η προσοχή μας είναι στραμμένη εκεί, με αποτέλεσμα η καθημερινότητά μας να κολλάει, να σέρνεται. Τις περισσότερες φορές καλούμαστε να κοιτάξουμε πίσω για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε μπροστά, όμως, υπάρχει ένα σημείο όπου η συνεχής εκτίμηση και υπερανάλυση ενός γεγονότος μας εμποδίζει να αξιοποιήσουμε το δυναμικό μας στο σήμερα, στο τώρα και να προχωρήσουμε.

Όπως και με τα περισσότερα πράγματα στη ζωή, η προθυμία μας, το μέγεθος και το είδος της προσπάθειας που είμαστε διατεθειμένοι να καταβάλλουμε για να μετακινήσουμε τον συναισθηματικό βράχο που βρέθηκε στο δρόμο μας, θα παίξει καθοριστικό ρόλο. Ίσως μεγαλύτερο και από τη φύση των ίδιων των γεγονότων.

Γιατί όμως είναι τόσο δύσκολο να ξεκολλήσουμε από μια κατάσταση που μας ταλαιπωρεί; Μήπως υπάρχουν γεγονότα που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε; Ναι και Όχι. Όλα ξεκινούν απ’ τις μη ρεαλιστικές προσδοκίες που έχουμε και τη διαστρεβλωμένη αντίληψη για το τι σημαίνει “ξεπερνάω ένα τραυματικό γεγονός”. Οι περισσότεροι πιστεύουμε πως η φράση “ξεπερνάω μια απώλεια” σημαίνει πως “δεν θα ξανασκεφτώ ποτέ αυτό που συνέβη”, “δεν θα ξαναστεναχωρηθώ”, “δεν θα ξανακλάψω γι’ αυτό”. Η αλήθεια είναι πως ίσως να μην το ξεπεράσουμε -έτσι όπως το έχουμε στο μυαλό μας- αλλά μπορούμε να επανατοποθετηθούμε σε σχέση με το συμβάν έτσι ώστε όταν η σκέψη εισβάλλει, τα συναισθήματα να μην μας πλημμυρίζουν. Το θέμα δεν είναι να μην πονέσουμε ποτέ ξανά. Κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν. Το θέμα είναι για πόσην ώρα και με πόση ένταση θα μένουμε στον πόνο.

Το ν΄αφήνουμε πράγματα πίσω μας απαιτεί ενέργεια αλλά είναι κυρίως μια διανοητική διαδικασία γιατί τα πράγματα που κάνουμε και σκεφτόμαστε είναι αυτά που μας παγιδεύουν σε μια οδυνηρή κατάσταση. Πολλοί ισχυρίζονται πως ο άνθρωπος σε 28 ημέρες μπορεί να ξεμάθει και να ξαναμάθει μια συμπεριφορά. Τον ακριβή χρόνο δεν μπορεί να τον προσδιορίσει κανείς με ακρίβεια αλλά η αποδέσμευση απ’το χθες είναι μια τέχνη που μαθαίνεται και χρειάζεται επίμονη εξάσκηση. Είναι ένας συνδυασμός του να μάθεις να νοηματοδοτείς διαφορετικά τις εμπειρίες σου, να παραιτείσαι από παλιές προσδοκίες, να βρεις το κουράγιο να απορρίπτεις αντιλήψεις οι οποίες δεν σ’ εξυπηρετούν και να έχεις το σθένος να επανακαθορίσεις σκέψεις και συναισθήματα.

Είναι δύσκολο να αφήσεις κάτι πίσω εάν δεν υπάρχει μια θετική προοπτική για το αύριο. Όλοι χρειαζόμαστε ένα όραμα για το μέλλον, ένα στόχο που πιστεύουμε και αγαπάμε και θα στρέψουμε την προσοχή μας σ’ αυτόν. Δεν μπορώ να προσδιορίσω εγώ τι θα είναι αυτό για τον καθένα, όμως, το μόνο σίγουρο είναι πως χρειάζεται σκόπιμη εστίαση και συντονισμένη προσπάθεια. Ο τρόπος που θα μεταμορφώσουμε την αφήγησή μας, την προσωπική μας ιστορία μπορεί να γίνει ψυχολογικό εργαλείο που θα ανακουφίσει τον πόνο μας. “Ξαναγράφω μέρος της ιστορίας μου” δεν σημαίνει αλλάζω τα γεγονότα, αλλά, “δίνω διαφορετικό νόημα στην ιστορία και στο ρόλο που έπαιξα εγώ σ’αυτά που διαδραματίστηκαν”. Βλέπω την ιστορία με άλλη ματιά και αυτή η ματιά θα με βοηθήσει να προχωρήσω.

Όμως, το πιο ισχυρό αντίδοτο στο παρελθόν είναι η ικανότητα να είμαστε παρόντες στο εδώ και τώρα. Αυτή μας η ικανότητα περιορίζεται σημαντικά απ’όλους τους συναισθηματικούς μαγνήτες όχι μόνο του παρελθόντος, αλλά και του μέλλοντος: το φόβο, την αγάπη, τη ντροπή, τη λύπη, τη φαντασία. Το να μένουμε στο τώρα είναι κάτι που μαθαίνεται. Όσο δυσάρεστο και αν είναι, μη φοβάστε να βιώνετε τα συναισθήματά σας. Εξάλλου, το μόνο που έχουμε είναι το τώρα και όταν είμαστε παρόντες σ’αυτό, έχουμε πολύ λιγότερες πιθανότητες να μπούμε σε φαύλο κύκλο σκέψεων του στυλ “τι θα γινόταν εάν”.

Αυτός ο καινούργιος τρόπος που θα χρειαστεί να μάθουμε, συχνά προσκρούει σε μια αδιάλλακτη αντίσταση, αυτή της ανθρώπινης απροθυμίας για αλλαγή. Ένα απ’ τα μεγαλύτερα θαύματα της κλινικής παρατήρησης, είναι πόσο μεγάλη δυσφορία μπορούμε να ανεχθούμε οι άνθρωποι πριν αναγνωρίσουμε την ανάγκη για αλλαγή. Όμως, σχεδόν όλα τα πράγματα μαθαίνονται. Είναι όπως το ποδήλατο. Στην αρχή πέφτεις, σηκώνεσαι, δοκιμάζεις πάλι, χτυπάς, αποκτάς μελανιές, σημάδια, ξαναπέφτεις, κλαις. Αλλά, μια μέρα, μαθαίνεις να ισορροπείς πάνω σ’αυτό. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην τα καταφέρεις.

Σημείωση: kill -9 είναι η εντολή που χρησιμοποιούμε στο Unix για να σκοτώσουμε (terminate) μια προβληματική διεργασία (process)

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στη LIFO στις 24-6-2016

Ο Φόβος του φόβου

miedo
Έχουν ειπωθεί και γραφεί πολλά για το φόβο. Χιλιάδες τσιτάτα από πολιτικούς μέχρι δημόσια πρόσωπα και φιλοσόφους αναπαράγονται καθημερινά με στόχο να τον ξορκίσουν και όμως παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια και μάλιστα από αυτά που κάποιος στήνει μπροστά του. Εκεί που είσαι έτοιμος να κάνεις μια συναρπαστικά θετική αλλαγή στη ζωή σου, ξαφνικά νιώθεις την παγωμένη, αφόρητα πιεστική και εκβιαστική πυγμή του γνωστού, της συνήθειας. Μια σου πλευρά είναι ενθουσιασμένη με την προοπτική της αλλαγής μια νέα δουλειά, ένα σπίτι, μια νέα σχέση και μια άλλη είναι καθηλωμένη στη μέχρι τώρα πραγματικότητά σου, άνετη μέσα στην αδράνεια. Και αυτή σου η πλευρά, σε κρατάει απ’ το να προχωρήσεις μπροστά.

Ο φόβος είναι ένα φυσιολογικό συναίσθημα όπως όλα τα υπόλοιπα που είναι απαραίτητο να υπάρχει ώστε να μας προφυλάσσει από πιθανούς κινδύνους. Είναι σημαντικό να κάνουμε τον διαχωρισμό από το άγχος. Ο φόβος σχετίζεται με υπαρκτούς κινδύνους και από αυτούς μας προστατεύει, ενώ το άγχος έχει συχνά να κάνει με φανταστικούς κινδύνους ή καταστάσεις, το οποίο πυροδοτείται ή από ένα τραυματικό γεγονός που μας έχει συμβεί ή επειδή κάποιος μας έχει φοβίσει λέγοντάς μας συνέχεια πως πρέπει να μείνουμε μακριά από μια κατάσταση.

Τον φόβο τον χρειαζόμαστε. Μέχρις εκεί που μας επιτρέπει να είμαστε λειτουργικοί και να προστατεύουμε τον εαυτό μας, χωρίς να μας περιορίζει και να μας απαγορεύει από το να ζούμε ευτυχισμένοι και ολοκληρωμένοι. “Ζω χωρίς φόβο” δεν σημαίνει ότι πρέπει να έχουμε άγνοια κινδύνου ή να υπερεκτιμούμε τις ικανότητές μας. Απλά σημαίνει πως χρειάζεται να τον νιώθουμε, να στεκόμαστε σ’αυτόν όπως με όλα τα συναισθήματα άλλωστενα τον αξιολογούμε, να τον λαμβάνουμε υπόψη μας και παρ’όλα αυτά να προχωράμε σε οποιαδήποτε αλλαγή θέλουμε. Εξάλλου η γενναιότητα, δεν προϋποθέτει την απουσία του φόβου, αλλά αντίθετα τη διαχείρισή του. Ο στόχος δεν είναι να μη φοβηθούμε ποτέ, αλλά να μη μας κρατήσει πίσω σε μια ζωή που πια δεν μας ικανοποιεί.

Ο φόβος θα εμφανίζεται μπροστά μας κάθε φορά που θα προσπαθούμε να “μεγαλώσουμε”, να αναπτυχθούμε, να πάμε εκεί όπου ονειρευόμαστε. Πολλοί από εμάς πιστεύουμε πως ο φόβος είναι ένα σημάδι κινδύνου, μια προειδοποίηση πως κάτι κακό πρόκειται να συμβεί και θα πρέπει να το αποφύγουμε με κάθε τρόπο. Αυτός ο τρόπος μας εξυπηρέτησε όταν ήμασταν παιδιά και δεν είχαμε άλλη επιλογή. Υπάρχει διαφορά μεταξύ του φόβου για το άγνωστο, το καινούργιο και αυτόν του ενστίκτου. Είμαι σίγουρη πως εάν σταθείς σ’ αυτό που σου συμβαίνει, χωρίς να επηρεάζεσαι από τρίτους, θα καταλάβεις τι εννοώ και θα ξέρεις ποιο απ’ τα δυο σε αφορά.

Όσοι έκαναν κάτι μοναδικό και σημαντικό θα σου πουν το ίδιο: “Φυσικά και φοβήθηκα. Φυσικά και σκέφτηκα να το βάλω στα πόδια. Κάτι φορές ακόμα το σκέφτομαι. Όμως, ούτε στιγμή δεν μετάνιωσα αυτή την αλλαγή”. Προσπάθησε να ανακαλέσεις θετικές εμπειρίες, αναμνήσεις. Φέρε στο μυαλό σου εκείνες τις φορές που αισθανόσουν φόβο και όμως έκανες τη μετάβαση που τόσο ήθελες. Πώς εξελίχθησαν τα πράγματα; Οι πιθανότητες είναι όλα να πήγαν καλά. Η τάση μας είναι να θέλουμε να πάμε στο γνώριμο, έστω και αν αυτό είναι άσχημο ή ταλαιπωρητικό γιατί αυτό μας φαίνεται πιο εύκολο. Ξέρουμε πως να είμαστε μέσα σ’ αυτό, ξέρουμε να συμπεριφερθούμε, τι να περιμένουμε, τί δεν θα πάρουμε. Η ασφάλεια της συνήθειας πολλές φορές δεν μας αφήνει να δούμε πως ένας κύκλος έχει κλείσει.

Το μοναδικό πράγμα για το οποίο μπορεί να μετανοιώσει όποιος εγκαταλείψει μια άσχημη κατάσταση, είναι που δεν το είχε κάνει νωρίτερα. Η αλλαγή και η ανάπτυξη είναι φυσικά και αναπόφευκτα αποτελέσματα όταν αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας και τη φύση της ύπαρξής μας μέσα από την επίγνωση, τη ζωντανή επαφή και όχι μέσα από την προσπάθεια, τον έλεγχο ή την αποφυγή. Υπάρχει ένα μαγικό υπαρξιακό παράδοξο, όπου η αλλαγή συμβαίνει, όταν κάποιος γίνεται αυτό πού είναι και όχι όταν προσπαθεί να γίνει αυτό που δεν είναι. Η ζωή συμβαίνει, προχωράει με ή χωρίς τους φόβους μας. Όταν υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας πως η άσκηση ελέγχου είναι παραίσθηση, τότε θα αρχίσουμε να ηρεμούμε. Το χειρότερο σενάριο που έχεις σκεφτεί δεν θα συμβεί και θα εκπλαγείς ευχάριστα γιατί πολλές φορές συνδέουμε την αλλαγή με κάτι δυσάρεστο και καταστροφικό.

Δημοσιεύθηκε στη Lifo, 25/4/2016 http://www.lifo.gr/articles/health-fitness_articles/98468