Η μελαγχολία της Κυριακής

Η μελαγχολία της Κυριακής όταν αρχίζει και σουρουπώνει συνδέεται συνήθως με την εργασία και την ιδέα της επιστροφής στο γραφείο μετά από ένα  μικρό διάλειμμα. Βέβαια, δεν είναι μόνο ότι έχουμε κάποιου είδους δουλειά να κάνουμε που συμπαρασύρει τη διάθεσή μας, αλλά ότι επιστρέφουμε στη λάθος δουλειά, ακόμη και αν δεν γνωρίζουμε για το ποια θα μπορούσε να είναι η σωστή για εμάς. 

Το να νιώθουμε πως είμαστε σε λάθος δουλειά και ότι η αληθινή μας κλίση παραμένει ανεξερεύνητη, δεν είναι μικρή δυσφορία. μπορεί να είναι η κεντρική υπαρξιακή κρίση της ζωής μας. 

Συνήθως καταφέρνουμε να κρατάμε μακριά τη φωνή αυτού που πραγματικά θα θέλαμε να κάνουμε κατά τη διάρκεια της εβδομάδας μιας που είμαστε πολύ απασχολημένοι και έχουμε άμεση ανάγκη τα χρήματα. Η φωνή όμως αυτή έρχεται τα βράδια της Κυριακής. Όπως ένα φάντασμα που αιωρείται μεταξύ δύο κόσμων, δεν του επιτρέπεται να ζήσει ή να πεθάνει, και έτσι χτυπά την πόρτα της συνείδησης, απαιτώντας επίλυση.

Είμαστε λυπημένοι, ή πανικοβλημένοι, επειδή μια πλευρά μας αναγνωρίζει ότι ο χρόνος τελειώνει και ότι δεν κάνουμε προς το παρόν αυτό που πρέπει με ό,τι μας έχει απομείνει από τη ζωή μας. Η αγωνία του Κυριακάτικου απογεύματος είναι η συνείδησή μας που προσπαθεί να μας παρακινήσει άναρθρα να κάνουμε περισσότερα από τον εαυτό μας.

Γνωρίζουμε – επειδή υπάρχουν αρκετά παραδείγματα ανθρώπων που το έκαναν – ότι θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε τα ταλέντα μας, ότι δεν χρειάζεται να είμαστε δυστυχισμένοι σε αυτόν τον τομέα, γεγονός που προσθέτει ένα αίσθημα ντροπής αν εξακολουθούμε να είμαστε.

Δεν χρειάζεται να είμαστε τόσο σκληροί με τον εαυτό μας. Όχι γιατί δεν πρέπει, αλλά γιατί δεν βοηθάει.  Μπορούμε να είμαστε απόλυτα σίγουροι ότι δεν κάνουμε αυτό που θα θέλαμε, ενώ ταυτόχρονα είμαστε αβέβαιοι για τον πραγματικό μας σκοπό.

Η απάντηση είναι η υπομονή, η δομή και η σταθερή πρόθεση. Χρειαζόμαστε λίγη από την πειθαρχία του ντετέκτιβ ή του αρχαιολόγου που συναρμολογεί τα κομμάτια ενός σπασμένου βάζου. Δεν θα πρέπει να απορρίπτουμε την αγωνία μας αδιαμαρτύρητα ως “την κυριακάτικη μελαγχολία”, που μπορεί να καταπραϋνθεί με ένα ποτό και μια ταινία. Ίσως να τη βλέπουμε  σαν μια συγκεχυμένη αλλά κεντρική αναζήτηση ενός πραγματικού εαυτού που έχει καλυφθεί κάτω από την ανάγκη να ευχαριστήσουμε τους άλλους και να φροντίσουμε τις βραχυπρόθεσμες ανάγκες για κύρος και χρήματα.

Με άλλα λόγια, δεν θα βοηθήσει να κρατάμε τα κυριακάτικα απογευματινά μας συναισθήματα μόνο για τα κυριακάτικα βράδια. Αλλά ίσως να τοποθετήσουμε αυτά τα συναισθήματα στο κέντρο της ζωής μας και να τα αφήσουμε για μια διαρκή εξερεύνηση που συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας, για μήνες και πιθανώς για χρόνια, και που δημιουργεί συζητήσεις με τον εαυτό μας, με φίλους, με μέντορες και με επαγγελματίες. 

Το βίντεο αυτό έχει γυριστεί 6 χρόνια πριν.

Το μικρό μαύρο φόρεμα

Οι αληθινές πολυτέλειες της ζωής εκδηλώνονται συχνά στις πιο απλές μορφές. Βρίσκονται στην ανεμελιά των ήρεμων πρωινών, όπου ο χρόνος κυλάει αργά.  Στην ελευθερία να επιλέγουμε και να σχεδιάζουμε τη δική μας πορεία, σ’έναν ήρεμο, ξεκούραστο και αναζωογονητικό βραδυνό ύπνο, στην ψυχική και πνευματική ηρεμία. Βρίσκονται στις ήρεμες και “βαρετές” ημέρες όπου η απλότητα και η ικανοποίηση ευδοκιμούν. Βρίσκονται όταν είμαστε παρόντες, σε αυτό  που συμβαίνει στο “εδώ” και “τώρα”. Στην παρουσία και την επαφή των  ανθρώπων που αγαπάμε και που ξέρουμε πως μας αγαπούν και αυτοί. 

Συναισθήματα και Λογική

Ο Πάνος Σαπουντζής, μαθηματικός και νευροεπιστήμονας στο ΙΤΕ, συζητάει με τον Καθηγητή Ψυχιατρικής Αργύρη Στριγγάρη για τη σχέση μεταξύ λογικής σκέψης και συναισθημάτων και στο τέλος για τις διαταραχές των συναισθηματικών λειτουργιών σε παιδιά και εφήβους καθώς και για τη σημασία της έγκαιρης παρέμβασης που δεν είναι πάντα φαρμακευτική. Μιλάνε με τρόπο απλό και κατανοητό -εξάλλου ένας από τους στόχους του ScienceMe αποτελεί η καλλιέργεια της εξοικείωσης με τομείς της επιστημονικής έρευνας-. Αυτό που κράτησα είναι πως κάποιες φορές για να μπορέσουμε να σταθούμε και να ηρεμήσουμε θα πρέπει να παραιτηθούμε από κάποιες βεβαιότητες και συναισθηματικές αγκυλώσεις που μπορεί να έχουμε.  Πως ο διαχωρισμός δεν πρέπει να γίνεται μεταξύ λογικής σκέψης και συναισθημάτων αλλά στη βάση μεγαλύτερης παρορμητικότητας και μικρότερης παρορμητικότητας, δηλαδή ο τρόπος που στεκόμαστε και σκεφτόμαστε περισσότερο τα πράγματα προτού πάρουμε κάποια απόφαση.

Είναι αυτό που έχω γράψει αρκετές φορές ότι τα συναισθήματα δεν είναι πάντα ισοδύναμα με τα πραγματικά γεγονότα αλλά πολλές φορές πυροδοτούνται από παλαιότερες εμπειρίες, γεγονότα, τραύματα, παρεξηγήσεις, ανασφάλειες. Οι σκέψεις μας καθορίζουν τα συναισθήματά μας και εν τέλει τη δράση μας, τη συμπεριφορά μας.

Συναισθηματική ωριμότητα

Συναισθηματική ωριμότητα είναι η ικανότητά μας να κατανοούμε και να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματά μας. Η επίγνωση σε σχέση με τις σκέψεις και τις συμπεριφορές μας είναι αυτό που μας βοηθάει να αποφασίζουμε πώς να προσεγγίζουμε και να αντιμετωπίζουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο καταστάσεις που θα μπορούσε να είναι δύσκολες και απαιτητικές. 

Συναισθηματική ωριμότητα είναι κάτι που φαίνεται και από την εγκράτειά μας να μη λέμε πάντα αυτό που σκεφτόμαστε.  Να καταλαβαίνουμε τη διαφορά μεταξύ του να λέμε την αλήθεια μας και να μιλάμε ή να απαντάμε επειδή κάτι πυροδότησε ένα παλιό τραύμα. 

Άλλες ενδείξεις συναισθηματικής ωριμότητας είναι 

  • Η ανάληψη ευθύνης. Αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας απέναντι στους άλλους και τη δουλειά μας και δεν αναζητάμε αποδιοπομπαίους τράγους όταν τα πράγματα πάνε στραβά. Επιδιώκουμε να βρούμε άμεσα πώς μπορούμε να βοηθήσουμε στη βελτίωση μιας κατάστασης.
  • Eίμαστε ανοιχτοί και ειλικρινείς για τον εαυτό μας στους άλλους. Παραδεχόμαστε τα λάθη μας, αναγνωρίζουμε ότι δεν τα ξέρουμε όλα, αλλά είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε τη δουλειά για να πάρουμε τις απαντήσεις ή να διορθώσουμε μια κατάσταση. 
  • Βάζουμε όρια
  • Έχουμε μια ρεαλιστική άποψη για την αγάπη και τις σχέσεις 
  • Αναγνωρίζουμε και αποδεχόμαστε πότε έχουμε κουραστεί ή αισθανόμαστε άσχημα και μας είναι εντάξει να ζητάμε βοήθεια.
  • Πιστεύουμε στον εαυτό μας. Η αίσθηση που έχουμε για τον εαυτό μας δεν είναι παραπλανητική και δεν βασίζεται το εγώ. 
  • Έχουμε πραγματική ενσυναίσθηση για τους άλλους, ανοιχτό μυαλό και προσπαθούμε να μην είμαστε επικριτικοί γνωρίζοντας ότι οι κρίσεις συχνά βασίζονται σε προκαταλήψεις που μπορεί να εμποδίσουν την ικανότητά μας να γνωρίσουμε κάποιον.
  • Αίσθηση του χιούμορ. Παίρνουμε σοβαρά τον εαυτό μας, αλλά όχι υπερβολικά σοβαρά. 

Δαμάζοντας τον ανελέητο εσωτερικό μας κριτή

Μια επώδυνη κατάσταση που ταλαιπωρεί αρκετούς είναι η σχεδόν μόνιμα αγχώδης, επικριτική στάση απέναντι στον εαυτό. Τις περισσότερες φορές πρόκειται για δριμύ αυτοκατηγορώ και γενικά σκέψεις κάτω από τον τίτλο “σίγουρα δεν είμαστε αρκετά καλοί. σε τίποτα και ποτέ.”  Η συνείδηση είναι εκείνη που παρακολουθεί πόσο καλά τα πάμε σε σχέση με το καθήκον, τις απαιτήσεις του κόσμου και τη διαχείριση των ορέξεων και επιθυμιών μας. Όσο χρήσιμη και αν είναι αυτή η λειτουργία, για αρκετούς από εμάς, έχει πάρει πάρα πολύ μεγάλο χώρο. Φωνάζει διαρκώς, μας υποτιμά και μας επιτίθεται για τις υποτιθέμενες αποτυχίες μας: μας λέει ότι τίποτα από όσα κάνουμε δεν είναι αρκετά καλό, ότι έχουμε δικαίωμα να κάνουμε διακοπές αφου πρώτα έχουμε δουλέψει για μήνες από το πρωί μέχρι το βράδυ, ότι δεν έχουμε δουλειά να χαλαρώνουμε ή να διασκεδάζουμε και γενικά θα μπορέσουμε να ευχαριστηθούμε όταν τελειώσει και το τελευταίο project που έχουμε να αναλάβει. Το άγχος και η αυτοπεριφρόνηση είναι η default λειτουργία μας.

Ήταν η απλή αλλά ευφυής διαπίστωση του Φρόιντ ότι η συνείδησή μας διαμορφώνεται από τα κατάλοιπα των φωνών των γονέων μας, ιδίως (συνήθως) των μπαμπάδων μας. Ο Φρόυντ ονόμασε τη συνείδηση “υπερεγώ” και υποστήριξε ότι συνεχίζει να μιλάει μέσα στο μυαλό μας όπως μας μιλούσαν κάποτε οι πατρικές μας φιγούρες.

Μια καλοπροαίρετη και λογική φωνή θα μας πει πως αν αποτύχουμε σήμερα, μπορούμε να προσπαθήσουμε ξανά την επόμενη φορά. Μας αξίζει ξεκούραση, οι απολαύσεις είναι μέρος της ζωής. Μπορούμε να μην κάνουμε τίποτα για λίγο καιρό και να είμαστε εξίσου σημαντικοί με τους άλλους. Είμαστε εντάξει όπως είμαστε.

Θα βοηθήσει να μάθουμε να κρατάμε κάποια απόσταση μεταξύ του εαυτού μας και της συνείδησής μας. Να βλέπουμε τη συνείδησή μας ως χαρακτήρα. Να πούμε στον εαυτό μας: Είναι πολύ άδικος μαζί μου. Μου μιλάει, μέσα μου, αλλά δεν είναι όλος εγώ: είναι κάποιος που έχω ενδοβάλει από την παιδική μου ηλικία και ίσως μάθω να τον αποβάλλω από το μυαλό μου με τον καιρό.

Μπορούμε τότε να αρχίσουμε να αμφισβητούμε τον κριτή. Είναι δίκαιο και πραγματικό να λέμε ότι η ζωή μας είναι εντελώς άχρηστη; Σίγουρα έχουμε κάνει λάθη, αλλά αξίζουμε πραγματικά και συμπόνια και συγχώρεση. Δεν υπάρχει τίποτα καλό πάνω μας; Θα σκεφτόμασταν ποτέ να φερθούμε σε έναν φίλο (ή ακόμα και σε έναν εχθρό) με τον τρόπο που φερόμαστε στον εαυτό μας; Αυτά τα συναισθήματα, αυτές οι σκέψεις έχουν παρελθόν και δεν χρειάζεται να είναι το μέλλον.

Για να επανεκπαιδευτούμε, χρειαζόμαστε άλλους ανθρώπους: ανθρώπους που μπορούν να μας αγαπήσουν και να γεμίσουν το μυαλό μας με άλλες πιο ευγενικές φωνές. Να δοκιμάσουμε να στηριχτούμε πάνω τους (δεν είναι και τόσο εύκολο για ανθρώπους που νιώθουν ανάξιοι) και να ζητήσουμε τη βοήθειά τους για να δαμάσουμε το δυσάρεστο ηχητικό κομμάτι μέσα μας. Ίσως χρειαστεί να  σταματήσουμε να προσπαθούμε να είμαστε γενναίοι απέναντι στις εσωτερικές μας επιθέσεις. Θα μπορούσαμε να πούμε στους άλλους: “είστε εδώ για να με βοηθήσετε με τον εσωτερικό μου κριτή και να μου δώσετε νέες προοπτικές για την αυτοτιμωρία και την απελπισία μου”. Θα βοηθήσει να θυμώνουμε που πρέπει να ζούμε με έναν τέτοιο κριτή και να αναρωτιόμαστε γιατί η πρώτη μας παρόρμηση είναι να συγχωρούμε τον κριτή και τη γονική φιγούρα που τον ενέπνευσε και να κατηγορούμε τον εαυτό μας για τη βλακεία μας.

Ας λυπηθούμε για τον τρόπο που μας φερόμαστε και να ενοχλούμαστε με εκείνους που δεν ήξεραν πώς να μας δείξουν τρυφερότητα. Φυσικά, κατά καιρούς χρειάζεται να επιπλήττουμε τον εαυτό μας και να προσπαθούμε περισσότερο- αλλά το πραγματικό επίτευγμα είναι να ξέρουμε πώς να παραμένουμε ευγενικά και γενναιόδωρα στο πλευρό μας.

Λίγο πριν το σημείο μηδέν

Το να είμαστε λίγο πριν το σημείο μηδέν δεν σημαίνει ότι δεν νοιαζόμαστε ή δεν αισθανόμαστε βαθιά. Η εξάσκηση στο να είμαστε σε αυτή τη θέση μας επιτρέπει να βγούμε από μια ιστορία ή μια κατάσταση και να γίνουμε παρατηρητές της εμπειρίας μας μέσα από μια διαφορετική οπτική γωνία. Μας επιτρέπει να κάνουμε μια παύση και να δούμε έναν κύκλο ή ένα μοτίβο στη ζωή μας, ώστε να το κατανοήσουμε, ίσως να συγχωρήσουμε τον εαυτό μας ή τον άλλον, κυρίως όμως, να μπορούμε να γειωθούμε.  Η στάση αυτή μας επιτρέπει να δούμε καινούργιες πληροφορίες ώστε να έρθουμε σε πλήρη επαφή με τον εαυτό μας.

Πόσοι από εμάς έχουμε καταφέρει να παραμείνουμε ψύχραιμοι εν μέσω ενός αγώνα, μιας σύγκρουσης, ενός τραύματος ή μιας αλλαγής που δεν θέλαμε; Όταν επιτυγχάνεται μια αίσθηση ισορροπίας, τότε πληροφορίες, επίγνωση και υποστήριξη γίνονται πιο εύκολα προσβάσιμα. Ωστόσο, είναι ευκολότερο να το λέμε παρά να το κάνουμε, γι’ αυτό και βοηθάει να πειραματιζόμαστε να επιτύχουμε μια κατάσταση λιγότερο από μηδέν.

Σκεφτείτε την πιο πρόσφατη αγχωτική κατάσταση που έχετε βιώσει. Νιώσατε θυμό, θλίψη, απογοήτευση, πληγωμένοι ή βαθιά προδομένοι; Πώς αντιδράσατε; σπάσατε κάτι, φωνάξατε με όλη σας τη δύναμη, κλάψατε ή εκφράσατε τον πόνο σας σε κάποιον άλλον, επαναλαμβάνοντας την αδικία που βιώσατε; κλάψατε μόνοι σας;

Ξέρετε ποιο είναι το μοτίβο αντίδρασής σας; Το πρώτο βήμα για μένα ήταν να αποκτήσω επίγνωση του τρόπου με τον οποίο συνήθως αντιδρώ σε στρεσογόνες καταστάσεις και μετά να αναρωτηθώ εάν αυτός ο τρόπος με βοηθάει. Χρειαζόμαστε πολλή υπομονή όταν η πραγματικότητά μας γίνεται πολύ απαιτητική και να καταφέρουμε να έχουμε μια θέση όχι ουδετερότητας, αλλά λίγο πριν το μηδέν. 

Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας

Βρισκόμαστε στο 1946. Ο γιατρός Paul Brand εργάζεται σε ένα λεπροκομείο και ανακαλύπτει ότι οι παραμορφώσεις που δημιουργούνται από τη λέπρα δεν οφείλονται στην αρρώστια αυτή καθεαυτή, αλλά στην προοδευτική φθορά που προκαλούν οι μολύνσεις και οι τραυματισμοί μιας που οι ασθενείς δεν νιώθουν πόνο.

Το 1972 γράφει: “Αν μπορούσα, θα χάριζα στους ανθρώπους που υποφέρουν από λέπρα το δώρο του πόνου”. Κάποιες φορές μπορεί να υποφέρουμε από ένα είδος ψυχολογικής λέπρας, ανίκανοι να αισθανθούμε τον συναισθηματικό πόνο μας, κινδυνεύουμε να προκαλέσουμε στον εαυτό μας ανεπανόρθωτη ζημιά.

Όλοι μας κάποια στιγμή προσπαθούμε να καταπνίξουμε επώδυνα συναισθήματα. Όταν επιτυγχάνουμε να μη νιώθουμε τίποτα, χάνουμε το μοναδικό μέσο που διαθέτουμε για να αντιλαμβανόμαστε τι μας πληγώνει και γιατί. Όλα είναι διαχειρίσιμα και πολλές από τις καταστάσεις που μας φαίνονται αξεπέραστες αντιμετωπίζονται. Σήμερα δεν υπάρχει λόγος για κανένα να υποφέρει σιωπηλά.

Μην ελπίζετε για το καλύτερο. Περιμένετε το χειρότερο.

Ένας από τους λόγους για τους οποίους ανησυχούμε για αυτά που μας απασχολούν πολύ περισσότερο απ’ ό,τι θα θέλαμε είναι ότι δεν δίνουμε στις έγνοιες μας και στους φόβους μας την κατάλληλη προσοχή που χρειάζονται για να τους κατευνάσουμε. Πιστεύουμε ότι έχουμε επίγνωση και κάνουμε κάτι για αυτά που μας ανησυχούν επειδή απλά τα σκεφτόμαστε συνέχεια.  Υπάρχει όμως πολύ μεγάλη διαφορά μεταξύ της εμμονής με μια ανησυχία και στο να την αναλύουμε με λογική και ψυχραιμία. Μπορεί να μας απασχολεί ένα θέμα χωρίς να το σκεφτόμαστε πραγματικά.

Κάθε φορά που νιώθουμε να μας κατακλύζει μια αγχωτική σκέψη, ίσως βοηθάει περισσότερο να αφιερώνουμε χρόνο και κυρίως να της δίνουμε χώρο. Δηλαδή, να κάνουμε σενάρια για το πώς ένα πρόβλημα θα μπορούσε να μας δυσκολέψει αρκετά τη ζωή και να φανταστούμε το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί. Όταν φανταζόμαστε με λεπτομέρειες το χειρότερο σενάριο, κάποιοι φόβοι μας θα έρθουν στο φως και στη συνέχεια θα μπορούμε να τους καθησυχάσουμε με τη λογική και κάνοντας reality check.

Αρκετές φορές όταν ανησυχούμε πολύ για κάτι αμφιταλαντευόμαστε μεταξύ της ελπίδας πως όλα θα πάνε καλά και του φόβου πως θα γίνει το χειρότερο. Τι θα συμβεί όταν κοιτάξουμε τον φόβο μας κατάματα; ακόμα και το χειρότερο σενάριο να επιβεβαιωθεί πόσο βιώσιμο θα μπορούσε να είναι; Φυσικά και θέλουμε τα πράγματα να πάνε καλά αλλά μπορούμε να συνεχίσουμε να ζούμε με τα χειρότερα; Πώς θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε τη ζωή μας ζώντας με ένα πρόβλημα όταν αυτό είναι άλυτο; Πολύ περισσότερο από όσο φανταζόμαστε, θα ήταν σχεδόν σίγουρα δυνατό να επιβιώσουμε παρά τις απώλειές μας. Γιατί αυτό που νομίζουμε ότι χρειαζόμαστε είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που θα μπορούσαμε πραγματικά να αντέξουμε. Είμαστε πολύ πιο ανθεκτικοί από ό,τι πιστεύουμε. 

Τι κρύβεται πίσω από την αναβλητικότητα;

Πολλοί παλεύουν με την αναβλητικότητα και τα αισθήματα ενοχής που αυτή προκαλεί. Αν και η εποχή δεν είναι κατάλληλη για ενοχές (το καλοκαίρι εννοώ) και είναι μια καλή ευκαιρία να ρίξουμε τους ρυθμούς, να κάνουμε περισσότερο όλα αυτά που μας ευχαριστούν, εχθές με μια άλλη αφορμή η Δέσποινα Κανάκογλου -η παραγωγός του GiatiOxi– μου θύμισε το podcast που κάναμε μαζί το 2021.

Η αδιαφορία του να νιώθουμε πως είμαστε ξεχωριστοί

Δεν ξέρω πολλούς ανθρώπους που ξεκινάνε την ενήλικη ζωή τους επιδιώκοντας συνειδητά μια ήρεμη και απλή ζωή όπου θα νιώθουν ευγνωμοσύνη απλά και μόνο επειδή τίποτα δεν πήγε δραματικά στραβά κατά τη διάρκεια μιας μέρας. 

Συνήθως περνάμε διάφορα στάδια μέχρι να συμφιλιωθούμε με την καθημερινότητα και να την αποδεχθούμε για αυτό που είναι για να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε πραγματικά μια μέρα που δεν έχουμε ‘τίποτα’ να κάνουμε εκτός από το να ξυπνήσουμε με την ησυχία μας, να πιούμε με ηρεμία τον καφέ μας, να πλύνουμε τα χθεσινοβραδινά πιάτα, να απαντήσουμε σε κάποια email, να πάμε μια βόλτα στο κέντρο να δούμε μια έκθεση, ή για μια βουτιά σε μια κοντινή παραλία. 

Με stiff upper lip αντιμετωπίζουμε οποιονδήποτε ή οτιδήποτε “απειλεί” αυτό το με πολύ κόπο κερδισμένο επίτευγμα όσο καλοπροαίρετος και εάν είναι. Χρειάζεται αυτοπεποίθηση για να παραιτηθούμε από το να είμαστε ξεχωριστοί, καλοσύνη προς τον εαυτό μας και επίγνωση για να συνειδητοποιήσουμε πως τελικά η ηρεμία ήταν αυτό που πάντα πραγματικά θέλαμε.