Οι Millennials ως ηλιακή ομάδα πληθυσμού συχνά καταλαμβάνουν κεντρική θέση στο δημόσιο διάλογο. Όλοι μιλούν γι αυτούς. Για όσα θέλουν, για όσα πιστεύουν. Η Ελίζα Συναδίνου το διερευνά για την Athens Voice κ ζήτησε και τη γνώμη μου.
The TV Cure
H Emily Gordon μεγάλωσε σε μια μικρή πόλη στη Β. Καρολίνα. Ο πολύς χρόνος που πέρναγε μπροστά στην τηλεόραση -δεν είχε παρέα- ήταν η διαβεβαίωσή της πως ο έξω κόσμος ήταν μεγαλύτερος και πιο πολύχρωμος από εκείνον που ζούσε. Έβλεπε το Twin Peaks όπου οι πρωταγωνιστές ήταν άνθρωποι παράξενοι, διαφορετικοί, όμως αυτή τους η διαφορετικότητα δεν τους εμπόδιζε να είναι αγαπητοί. Προσπαθούσε να σχετιστεί με άλλα παιδιά όμως ήξερε πως όταν δεν τα κατάφερνε θα την περίμεναν οι τηλεοπτικοί της φίλοι.
Η Emily, η οποία για περίπου έξι χρόνια δούλευε ως ψυχοθεραπεύτρια, σήμερα είναι συγγραφέας, σεναριογράφος και παραγωγός τηλεοπτικών σειρών, οι πρωταγωνιστές των οποίων είναι άνθρωποι που έχουν διαγνωστεί με κάποια ψυχική ασθένεια.
Στο άρθρο διαβάζουμε πως πλέον η τηλεόραση απεικονίζει την ψυχική ασθένεια με κατανόηση χωρίς να γίνεται αντικείμενο χλευασμού ή κίνητρο για φόνο. Είναι ένα μέρος αυτού που είμαστε, όχι μόνο αυτό. Άνθρωποι που ταλαιπωρούνται βλέπουν τον εαυτό τους, την ασθένεια να γίνεται αποδεκτή, οι πρωταγωνιστές έχουν φίλους που νοιάζονται, είναι αγαπητοί, αισθάνονται πως η σειρά έγινε γι’αυτούς.
Γράφει για φίλους της πρώην τοξικομανείς οι οποίοι περιμένουν την επόμενη σεζόν του “The Walking Dead” και νιώθουν πως τους κρατά μακριά απ’ την χρήση. Γράφει για φίλους αγχωμένους που παρακολουθούν το “The Big Bang Theory” για να ηρεμήσουν γιατί νιώθουν ανακούφιση και αναγνωρίζουν τα μοτίβα των πρωταγωνιστών. Έχει φίλους που παλεύουν με την κατάθλιψη και στέλνουν τα επεισόδια του “You’re the Worst” σε συγγενείς τους σε μια προσπάθεια να τους εξηγήσουν πώς αισθάνονται. Όταν η Gretchen περνάει ένα ολόκληρο επεισόδιο ακίνητη στον καναπέ και οι φίλοι της πασχίζουν να τη “διορθώσουν”, καταλαβαίνουμε όχι μόνο την μάταιη καλοσύνη των προσπαθειών τους, αλλά και την αδυναμία του ανθρώπου που υποφέρει.
Η Emily γράφει πως η τηλεόραση δεν αντικαθιστά τις σχέσεις ή την οικειότητα ούτε μας απομακρύνει απ’τους άλλους. Μπορεί να ανάψει ένα φως στις σκοτεινές σκέψεις που κάνουμε, μπορεί να μας κάνει να περιμένουμε με ενθουσιασμό τα επόμενα επεισόδια, να επικοινωνούμε με άλλους ανθρώπους που τους αρέσουν οι ίδιες σειρές.
Όταν κάποιοι της λένε πως ανησυχούν γιατί έχουν πάθει εμμονή με ορισμένες σειρές, τους απαντάει ως θεραπεύτρια και τους ενθαρρύνει να αναζητήσουν ενδιαφέροντα εκτός της τηλεόρασης. Όμως ως θεατής, μπορεί να τους καταλάβει.
Όποιος αγαπάει παιδεύει;
Στην αρχή της μετεκπαίδευσής μου ένα απ’τα πιο δύσκολα θέματα που είχα να διαχειριστώ ήταν η άρνηση και η ενόχληση που ένιωθα στο άκουσμα της λέξης “κακοποίηση”. Μέχρι τότε είχα συνδέσει τη λέξη μόνο με τη σεξουαλική και τη σωματική κακοποίηση και οτιδήποτε άλλο μου φαίνονταν υπερβολή, ψιλά γράμματα, υπερευαισθησία, κυρίως όμως, σκεφτόμουν το πόσο περιορισμένες θα ήταν από εδώ και πέρα οι σχέσεις μου αφού οι περισσότεροι άνθρωποι -εκτός εάν εκπαιδεύονταν για ψ ή έκαναν ψυχοθεραπεία ή είχαν μητέρα την Anna Freud- αποκλείεται να τα γνώριζαν αυτά.
Αργότερα, παρατήρησα πως σχεδόν όλοι οι θεραπευόμενοί μου είχαν την ίδια αντίδραση που είχα εγώ τότε ως εκπαιδευόμενη. Οι πιο συχνές φράσεις που ακούγονται απ’τους ανθρώπους είναι “μου αρέσει να υπάρχει ένταση σε μια σχέση. είναι σαφής ένδειξη πως ο άλλος σ’αγαπάει, είναι ερωτευμένος μαζί σου, υπάρχει πάθος και βασικά ο άλλος δεν είναι μίζερος και βαρετός. Με ζηλεύει και κάνει σκηνές άρα ενδιαφέρεται και για να είμαι ειλικρινής με κολακεύει. Κάποιες φορές γίνεται απόμακρος και δεν μου μιλάει αλλά αυτό για μένα δείχνει πως έχει μια ποιότητα, ένα βάθος, δεν φοβάται την ενδοσκόπηση”
Μέρος αυτού του προβλήματος όπως διαβάζουμε σ’αυτό το άρθρο, έχει να κάνει και με την κουλτούρα μας. Λατρεύουμε τη συγκλονιστική και παράλογη ρομαντική αγάπη που εκδηλώνεται σπάζοντας την Κινέζικη πορσελάνη και χλευάζουμε την πρακτικότητα και την ηρεμία σε μια σχέση. Aναφέρονται έξι απ’τις πιο κοινές συμπεριφορές σε μια σχέση που οι περισσότεροι άνθρωποι τις βρίσκουν υγιείς και κανονικές, ενώ στην πραγματικότητα είναι τοξικές και κακοποιητικές. Για μένα οι πιο συχνές και οι πιο δύσκολα αναγνωρίσιμες είναι τα passive agressive σχόλια (παθητικο-επιθετική συμπεριφορά) και το να κατηγορείς τον άλλον για τα συναισθήματά σου.
Το να κατηγορούμε τους άλλους για τα συναισθήματά μας και να μην παίρνουμε καμία απολύτως ευθύνη γι’αυτά είναι μια πολύ συχνή συμπεριφορά. “εσύ φταις που εκνευρίστηκα έτσι και άρχισα να φωνάζω”. Όταν κάποιος είναι passive agressive, τις περισσότερες φορές δεν εκφράζει τον θυμό του, αλλά εμφανίζει αλλαγές στη συμπεριφορά όπως με το να κλείνεται στον εαυτό του, να εμφανίζει αντίσταση στην επικοινωνία κυρίως όμως, προκαλεί μπέρδεμα σ’αυτόν που τη δέχεται. Είναι μια μη λεκτική επιθετικότητα που εκδηλώνεται με αρνητική αλλά “ευγενική” και αποστασιοποιημένη συμπεριφορά.
Δεν θα σταματήσω να το λέω. Τα πάντα μαθαίνονται. Τίποτα απ’αυτά δεν είναι μαθηματικά ή πυρηνική φυσική. Μαζί μ’αυτό το άρθρο διαβάστε και αυτό, ταιριάζει με το θέμα.
.
.
Στο ντιβάνι με τη Νάσια Ευθυμιοπούλου
Σε βλέπω
Η θεραπευτική σχέση έχει γίνει πλέον κομμάτι της ποπ κουλτούρας καθώς γύρω από αυτήν έχουμε δει να χτίζονται λογοτεχνικές και κινηματογραφικές αφηγήσεις. Το γεγονός αυτό δείχνει αφενός ότι αυτή η σχέση είναι αντιληπτή από το ευρύ κοινό ως εξαιρετικά σημαντική και αποτελεί κλειδί για τη θεραπεία, αφετέρου όμως, η μυθοποίησή της δημιουργεί ιδανικές συνθήκες για τη δημιουργία μύθων και λανθασμένων αντιλήψεων για τη σχέση αυτή.
Στα περιστατικά που περιγράφονται στις μελέτες για την υστερία, ο Freud έμπαινε προσωπικά και τολμηρά μέσα στη ζωή των ασθενών του. Τους έκανε έντονες συστάσεις, παρενέβαινε στις οικογένειές τους για λογαριασμό τους, έβρισκε τρόπους να παρευρεθεί σε κάποιες κοινωνικές εκδηλώσεις για να τους δει πως συμπεριφέρονται σε άλλα περιβάλλοντα, έδωσε σε κάποιον ασθενή του την οδηγία να επισκεφθεί το νεκροταφείο και να καθίσει να διαλογιστεί στον τάφο του νεκρού αδερφού του.
Σήμερα, τα πράγματα έχουν αλλάξει πάρα πολύ. Πολύ συχνά τα θέματα εποπτείας έχουν να κάνουν με τον τρόπο που ένας ψυχοθεραπευτής διαχειρίζεται την προσωπική του σελίδα ή τον λογαριασμό του στα κοινωνικά δίκτυα. Δέχομαι αιτήματα φιλίας; παίζει ρόλο η διάγνωση που έχω κάνει; θέλω να αφήσω ανοιχτό τον λογαριασμό μου σε κάποια πλατφόρμα γιατί πιέζομαι αλλά από την άλλη συντομεύω τη διαδικασία αποδόμησής μου -που έτσι και αλλιώς κανείς ψ δεν θα αποφύγει-. Τι θα σημαίνει αυτό για μένα; θα αντέξει να ξέρει πως ο ψυχοθεραπευτής τους δεν είναι ο άνθρωπος που είχε φανταστεί; ο ιδανικός γονιός.
Σ’αυτό το άρθρο -είναι και λίγο αστείο- διαβάζουμε τις στιγμές αγωνίας που περνάει ένας ψ όταν το καινούργιο του περιστατικό στην πρώτη συνεδρία έχει μάθει πληροφορίες για εκείνον που δεν θα μπορούσε να τις ξέρει παρά μόνο εάν είχε κάνει ενδελεχή έρευνα. Βλέπουμε πόσο εύστοχα μπαίνει στον κόσμο του θεραπευόμενου με το να είναι “εκεί”, χωρίς να κρίνει, δίνοντάς του με πολύ ωραίο τρόπο ένα καθαρό καθρέφτισμα.
Αυτή η σχέση είναι μοναδική σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη σχέση μεταξύ γιατρών, ασθενών και αυτό γίνεται αντιληπτό από την πρώτη κιόλας συνάντηση. Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς θα συμβεί.
Anne and Harry
Μια οδυνηρή συνέπεια της έλλειψης εσωτερικών ορίων είναι ότι όταν ακούμε σκέψεις και απόψεις κάποιου άλλου, νομίζουμε πως ή θα πρέπει να συμφωνήσουμε μαζί του -αγνοώντας τη δική μας θέση- ή θα πρέπει να υποστηρίξουμε με σθένος τη δική μας άποψη. Έχοντας μάθει να βάζουμε εσωτερικά όρια, δεν έχουμε την ανάγκη να προσπαθούμε να πείσουμε τους άλλους για την εγκυρότητα της πραγματικότητάς μας.
Όταν μας συμβαίνει κάτι, νοηματοδοτούμε το γεγονός μέσω των σκέψεων που κάνουμε.
Το νόημα που δίνω στην εμπερία και οι σκέψεις που κάνω πυροδοτούν κάποια συναισθήματα.
Τα συναισθήματα θα με οδηγήσουν σε μια συμπεριφορά. Συνήθως οι διαστρεβλωμένες σκέψεις –που έχουν να κάνουν με την ιστορία μας- είναι αυτές που μας οδηγούν σε συμπεριφορές μη βοηθητικές.
Όταν αρχίζουμε να βάζουμε εσωτερικά όρια αισθανόμαστε περίεργα και σχεδόν ποτέ δεν τα καταφέρνουμε με την πρώτη. Ίσως βοηθήσει εάν φανταστείτε τα εσωτερικά σας όρια σαν ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο από μια πλάκα σκληρού μετάλλου κάτω από το δέρμα στο στήθος σας. Άλλοι κάνουν εικόνα το εσωτερικό όριο ως μικρή πόρτα η οποία ανοίγει μόνο από μέσα και το κλειδί το έχει μόνο ο ιδιοκτήτης. Κάθε φορά που ακούτε κάτι αξιολογείστε το πρώτα και μετά αντιδράστε. Πείτε στον εαυτό σας πως αυτό που ακούω απ’τον απέναντι αφορά τις δικές του σκέψεις, συναισθήματα και όχι αυτά που είπα ή έκανα εγώ.

Η εικόνα είναι του κ. Δημήτρη Τζάνη για το μπλογκ και τον ευχαριστώ πολύ
Anne and Harry
Στην Αμερική, πάνω από 40 εκατομμύρια άνθρωποι, ειδικά γυναίκες, έχουν την ‘ταμπέλα’ του συνεξαρτώμενου. Ένα απ’τα θέματα που αντιμετωπίζουν όσοι ταλαιπωρούνται από σχέσεις εξάρτησης, είναι τα περίφημα όρια. Τα όρια είναι εξωτερικά και εσωτερικά. Το να μάθω να βάζω εξωτερικά όρια με βοηθάει να φροντίζω για τη σωματική μου ακεραιότητα, να κρατάω μια σωματική απόσταση από τους άλλους και φυσικά να σέβομαι και το όριο των άλλων ανθρώπων.
Τα εσωτερικά όρια έχουν να κάνουν με τη σκέψη, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά. Στη φωτογραφία βλέπουμε τον άνθρωπο που έχει σταθερά εσωτερικά και εξωτερικά όρια, ότι μπορεί να σχετίζεται χωρίς να προβάλλει στον άλλον δικές του ερμηνείες, ενώ ταυτόχρονα δεν παίρνει προσωπικά τα συναισθήματα του άλλου. Το να διατηρώ ανέπαφα τα εσωτερικά μου όρια είναι πολύ βοηθητικό και απαραίτητο ειδικά σε περιπτώσεις που νιώθω πως παίρνω επίθεση.

kill -9

Πολλές φορές όταν δουλεύουμε στον υπολογιστή, στο background τρέχουν προγράμματα καταναλώνοντας πόρους, δηλαδή υπολογιστική ισχύ, μνήμη και ενέργεια. Το συνειδητοποιούμε όταν ο υπολογιστής μας κολλάει από την έλλειψη πόρων και τότε έχει φτάσει η στιγμή που με μια εντολή πρέπει να τα εντοπίσουμε, να τα κλείσουμε και να κάνουμε reboot.
Κάπως έτσι μπορεί να συμβεί και με γεγονότα του παρελθόντος που μας ταλαιπωρούν.
Η ενέργεια και η προσοχή μας είναι στραμμένη εκεί, με αποτέλεσμα η καθημερινότητά μας να κολλάει, να σέρνεται. Τις περισσότερες φορές καλούμαστε να κοιτάξουμε πίσω για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε μπροστά, όμως, υπάρχει ένα σημείο όπου η συνεχής εκτίμηση και υπερανάλυση ενός γεγονότος μας εμποδίζει να αξιοποιήσουμε το δυναμικό μας στο σήμερα, στο τώρα και να προχωρήσουμε.
Όπως και με τα περισσότερα πράγματα στη ζωή, η προθυμία μας, το μέγεθος και το είδος της προσπάθειας που είμαστε διατεθειμένοι να καταβάλλουμε για να μετακινήσουμε τον συναισθηματικό βράχο που βρέθηκε στο δρόμο μας, θα παίξει καθοριστικό ρόλο. Ίσως μεγαλύτερο και από τη φύση των ίδιων των γεγονότων.
Γιατί όμως είναι τόσο δύσκολο να ξεκολλήσουμε από μια κατάσταση που μας ταλαιπωρεί; Μήπως υπάρχουν γεγονότα που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε; Ναι και Όχι. Όλα ξεκινούν απ’ τις μη ρεαλιστικές προσδοκίες που έχουμε και τη διαστρεβλωμένη αντίληψη για το τι σημαίνει “ξεπερνάω ένα τραυματικό γεγονός”. Οι περισσότεροι πιστεύουμε πως η φράση “ξεπερνάω μια απώλεια” σημαίνει πως “δεν θα ξανασκεφτώ ποτέ αυτό που συνέβη”, “δεν θα ξαναστεναχωρηθώ”, “δεν θα ξανακλάψω γι’ αυτό”. Η αλήθεια είναι πως ίσως να μην το ξεπεράσουμε -έτσι όπως το έχουμε στο μυαλό μας- αλλά μπορούμε να επανατοποθετηθούμε σε σχέση με το συμβάν έτσι ώστε όταν η σκέψη εισβάλλει, τα συναισθήματα να μην μας πλημμυρίζουν. Το θέμα δεν είναι να μην πονέσουμε ποτέ ξανά. Κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν. Το θέμα είναι για πόσην ώρα και με πόση ένταση θα μένουμε στον πόνο.
Το ν΄αφήνουμε πράγματα πίσω μας απαιτεί ενέργεια αλλά είναι κυρίως μια διανοητική διαδικασία γιατί τα πράγματα που κάνουμε και σκεφτόμαστε είναι αυτά που μας παγιδεύουν σε μια οδυνηρή κατάσταση. Πολλοί ισχυρίζονται πως ο άνθρωπος σε 28 ημέρες μπορεί να ξεμάθει και να ξαναμάθει μια συμπεριφορά. Τον ακριβή χρόνο δεν μπορεί να τον προσδιορίσει κανείς με ακρίβεια αλλά η αποδέσμευση απ’το χθες είναι μια τέχνη που μαθαίνεται και χρειάζεται επίμονη εξάσκηση. Είναι ένας συνδυασμός του να μάθεις να νοηματοδοτείς διαφορετικά τις εμπειρίες σου, να παραιτείσαι από παλιές προσδοκίες, να βρεις το κουράγιο να απορρίπτεις αντιλήψεις οι οποίες δεν σ’ εξυπηρετούν και να έχεις το σθένος να επανακαθορίσεις σκέψεις και συναισθήματα.
Είναι δύσκολο να αφήσεις κάτι πίσω εάν δεν υπάρχει μια θετική προοπτική για το αύριο. Όλοι χρειαζόμαστε ένα όραμα για το μέλλον, ένα στόχο που πιστεύουμε και αγαπάμε και θα στρέψουμε την προσοχή μας σ’ αυτόν. Δεν μπορώ να προσδιορίσω εγώ τι θα είναι αυτό για τον καθένα, όμως, το μόνο σίγουρο είναι πως χρειάζεται σκόπιμη εστίαση και συντονισμένη προσπάθεια. Ο τρόπος που θα μεταμορφώσουμε την αφήγησή μας, την προσωπική μας ιστορία μπορεί να γίνει ψυχολογικό εργαλείο που θα ανακουφίσει τον πόνο μας. “Ξαναγράφω μέρος της ιστορίας μου” δεν σημαίνει αλλάζω τα γεγονότα, αλλά, “δίνω διαφορετικό νόημα στην ιστορία και στο ρόλο που έπαιξα εγώ σ’αυτά που διαδραματίστηκαν”. Βλέπω την ιστορία με άλλη ματιά και αυτή η ματιά θα με βοηθήσει να προχωρήσω.
Όμως, το πιο ισχυρό αντίδοτο στο παρελθόν είναι η ικανότητα να είμαστε παρόντες στο εδώ και τώρα. Αυτή μας η ικανότητα περιορίζεται σημαντικά απ’όλους τους συναισθηματικούς μαγνήτες όχι μόνο του παρελθόντος, αλλά και του μέλλοντος: το φόβο, την αγάπη, τη ντροπή, τη λύπη, τη φαντασία. Το να μένουμε στο τώρα είναι κάτι που μαθαίνεται. Όσο δυσάρεστο και αν είναι, μη φοβάστε να βιώνετε τα συναισθήματά σας. Εξάλλου, το μόνο που έχουμε είναι το τώρα και όταν είμαστε παρόντες σ’αυτό, έχουμε πολύ λιγότερες πιθανότητες να μπούμε σε φαύλο κύκλο σκέψεων του στυλ “τι θα γινόταν εάν”.
Αυτός ο καινούργιος τρόπος που θα χρειαστεί να μάθουμε, συχνά προσκρούει σε μια αδιάλλακτη αντίσταση, αυτή της ανθρώπινης απροθυμίας για αλλαγή. Ένα απ’ τα μεγαλύτερα θαύματα της κλινικής παρατήρησης, είναι πόσο μεγάλη δυσφορία μπορούμε να ανεχθούμε οι άνθρωποι πριν αναγνωρίσουμε την ανάγκη για αλλαγή. Όμως, σχεδόν όλα τα πράγματα μαθαίνονται. Είναι όπως το ποδήλατο. Στην αρχή πέφτεις, σηκώνεσαι, δοκιμάζεις πάλι, χτυπάς, αποκτάς μελανιές, σημάδια, ξαναπέφτεις, κλαις. Αλλά, μια μέρα, μαθαίνεις να ισορροπείς πάνω σ’αυτό. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην τα καταφέρεις.
Σημείωση: kill -9 είναι η εντολή που χρησιμοποιούμε στο Unix για να σκοτώσουμε (terminate) μια προβληματική διεργασία (process)
Το κείμενο δημοσιεύθηκε στη LIFO στις 24-6-2016
Nebraska
Στην ερώτηση “πώς θα περιγράφατε τη σχέση με τον πατέρα σας;” η απάντηση είναι “αμήχανη”. Όταν βρισκόμαστε το θέμα συζήτησης είναι η δουλειά. Το πρώτο που ρωτάει είναι εάν είμαι ευχαριστημένη και αν οι θεραπευόμενοί μου συνεχίζουν τη θεραπεία τους. Η συζήτηση καταλήγει πάντα στο να μην σταματήσω να δουλεύω όσα χρήματα και αν έχω και αν χρειάζομαι κάτι. Παλιότερα έμενα μόνο σ’αυτά που δεν είχα πάρει απ΄τη σχέση μας. Αργότερα και μετά από πολλά χρόνια ψυχοθεραπείας είδα και εκτίμησα αυτά που μπόρεσε να μου δώσει. Μ’έμαθε μπάνιο, ποδήλατο, να μην το βάζω κάτω -κόντρα στην κόντρα είναι ένα απ’τα αγαπημένα του τσιτάτα- να παίζω έντιμα, αλλά, κυρίως, έμαθα τι σημαίνει να έχεις μεγαλώσει μ’έναν άνθρωπο σταθερό και τη σημασία του να συνάδουν τα λόγια με τις πράξεις. Τα άρθρα πάρα πολλά αλλά επέλεξα αυτό γιατί δεν προσπαθεί να εκμαιεύσει συναισθήματα αλλά και γιατί μου θυμίζει τα λόγια της ψ σε κάποιες απ’τις συνεδρίες μου “Νάσια, έλα λίγο να δούμε αυτά πήρες απ’τον πατέρα σου”
Ο Φόβος του φόβου

Έχουν ειπωθεί και γραφεί πολλά για το φόβο. Χιλιάδες τσιτάτα από πολιτικούς μέχρι δημόσια πρόσωπα και φιλοσόφους αναπαράγονται καθημερινά με στόχο να τον ξορκίσουν και όμως παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια και μάλιστα από αυτά που κάποιος στήνει μπροστά του. Εκεί που είσαι έτοιμος να κάνεις μια συναρπαστικά θετική αλλαγή στη ζωή σου, ξαφνικά νιώθεις την παγωμένη, αφόρητα πιεστική και εκβιαστική πυγμή του γνωστού, της συνήθειας. Μια σου πλευρά είναι ενθουσιασμένη με την προοπτική της αλλαγής μια νέα δουλειά, ένα σπίτι, μια νέα σχέση και μια άλλη είναι καθηλωμένη στη μέχρι τώρα πραγματικότητά σου, άνετη μέσα στην αδράνεια. Και αυτή σου η πλευρά, σε κρατάει απ’ το να προχωρήσεις μπροστά.
Ο φόβος είναι ένα φυσιολογικό συναίσθημα όπως όλα τα υπόλοιπα που είναι απαραίτητο να υπάρχει ώστε να μας προφυλάσσει από πιθανούς κινδύνους. Είναι σημαντικό να κάνουμε τον διαχωρισμό από το άγχος. Ο φόβος σχετίζεται με υπαρκτούς κινδύνους και από αυτούς μας προστατεύει, ενώ το άγχος έχει συχνά να κάνει με φανταστικούς κινδύνους ή καταστάσεις, το οποίο πυροδοτείται ή από ένα τραυματικό γεγονός που μας έχει συμβεί ή επειδή κάποιος μας έχει φοβίσει λέγοντάς μας συνέχεια πως πρέπει να μείνουμε μακριά από μια κατάσταση.
Τον φόβο τον χρειαζόμαστε. Μέχρις εκεί που μας επιτρέπει να είμαστε λειτουργικοί και να προστατεύουμε τον εαυτό μας, χωρίς να μας περιορίζει και να μας απαγορεύει από το να ζούμε ευτυχισμένοι και ολοκληρωμένοι. “Ζω χωρίς φόβο” δεν σημαίνει ότι πρέπει να έχουμε άγνοια κινδύνου ή να υπερεκτιμούμε τις ικανότητές μας. Απλά σημαίνει πως χρειάζεται να τον νιώθουμε, να στεκόμαστε σ’αυτόν όπως με όλα τα συναισθήματα άλλωστενα τον αξιολογούμε, να τον λαμβάνουμε υπόψη μας και παρ’όλα αυτά να προχωράμε σε οποιαδήποτε αλλαγή θέλουμε. Εξάλλου η γενναιότητα, δεν προϋποθέτει την απουσία του φόβου, αλλά αντίθετα τη διαχείρισή του. Ο στόχος δεν είναι να μη φοβηθούμε ποτέ, αλλά να μη μας κρατήσει πίσω σε μια ζωή που πια δεν μας ικανοποιεί.
Ο φόβος θα εμφανίζεται μπροστά μας κάθε φορά που θα προσπαθούμε να “μεγαλώσουμε”, να αναπτυχθούμε, να πάμε εκεί όπου ονειρευόμαστε. Πολλοί από εμάς πιστεύουμε πως ο φόβος είναι ένα σημάδι κινδύνου, μια προειδοποίηση πως κάτι κακό πρόκειται να συμβεί και θα πρέπει να το αποφύγουμε με κάθε τρόπο. Αυτός ο τρόπος μας εξυπηρέτησε όταν ήμασταν παιδιά και δεν είχαμε άλλη επιλογή. Υπάρχει διαφορά μεταξύ του φόβου για το άγνωστο, το καινούργιο και αυτόν του ενστίκτου. Είμαι σίγουρη πως εάν σταθείς σ’ αυτό που σου συμβαίνει, χωρίς να επηρεάζεσαι από τρίτους, θα καταλάβεις τι εννοώ και θα ξέρεις ποιο απ’ τα δυο σε αφορά.
Όσοι έκαναν κάτι μοναδικό και σημαντικό θα σου πουν το ίδιο: “Φυσικά και φοβήθηκα. Φυσικά και σκέφτηκα να το βάλω στα πόδια. Κάτι φορές ακόμα το σκέφτομαι. Όμως, ούτε στιγμή δεν μετάνιωσα αυτή την αλλαγή”. Προσπάθησε να ανακαλέσεις θετικές εμπειρίες, αναμνήσεις. Φέρε στο μυαλό σου εκείνες τις φορές που αισθανόσουν φόβο και όμως έκανες τη μετάβαση που τόσο ήθελες. Πώς εξελίχθησαν τα πράγματα; Οι πιθανότητες είναι όλα να πήγαν καλά. Η τάση μας είναι να θέλουμε να πάμε στο γνώριμο, έστω και αν αυτό είναι άσχημο ή ταλαιπωρητικό γιατί αυτό μας φαίνεται πιο εύκολο. Ξέρουμε πως να είμαστε μέσα σ’ αυτό, ξέρουμε να συμπεριφερθούμε, τι να περιμένουμε, τί δεν θα πάρουμε. Η ασφάλεια της συνήθειας πολλές φορές δεν μας αφήνει να δούμε πως ένας κύκλος έχει κλείσει.
Το μοναδικό πράγμα για το οποίο μπορεί να μετανοιώσει όποιος εγκαταλείψει μια άσχημη κατάσταση, είναι που δεν το είχε κάνει νωρίτερα. Η αλλαγή και η ανάπτυξη είναι φυσικά και αναπόφευκτα αποτελέσματα όταν αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας και τη φύση της ύπαρξής μας μέσα από την επίγνωση, τη ζωντανή επαφή και όχι μέσα από την προσπάθεια, τον έλεγχο ή την αποφυγή. Υπάρχει ένα μαγικό υπαρξιακό παράδοξο, όπου η αλλαγή συμβαίνει, όταν κάποιος γίνεται αυτό πού είναι και όχι όταν προσπαθεί να γίνει αυτό που δεν είναι. Η ζωή συμβαίνει, προχωράει με ή χωρίς τους φόβους μας. Όταν υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας πως η άσκηση ελέγχου είναι παραίσθηση, τότε θα αρχίσουμε να ηρεμούμε. Το χειρότερο σενάριο που έχεις σκεφτεί δεν θα συμβεί και θα εκπλαγείς ευχάριστα γιατί πολλές φορές συνδέουμε την αλλαγή με κάτι δυσάρεστο και καταστροφικό.
Δημοσιεύθηκε στη Lifo, 25/4/2016 http://www.lifo.gr/articles/health-fitness_articles/98468